IEA: Η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύεται έως το 2030 – Στο 50% οι ΑΠΕ και η πυρηνική ενέργεια

Σχετικά Άρθρα

Φωτογραφία αρχείου: Shutterstock
Φωτογραφία αρχείου: Shutterstock
ΙΕΑ/ΙΑΕΑ

Η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί με ιδιαίτερα ισχυρούς ρυθμούς μέχρι το 2030, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στην ευελιξία των συστημάτων, σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.

Η ετήσια έκθεση Electricity 2026 προβλέπει ότι η παγκόσμια κατανάλωση ρεύματος θα αυξάνεται κατά μέσο όρο πάνω από 3,5% τον χρόνο έως το τέλος της δεκαετίας. Η αύξηση αυτή συνδέεται με την ενίσχυση της βιομηχανικής χρήσης ηλεκτρισμού, τη ραγδαία εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων, τη μεγαλύτερη χρήση κλιματισμού λόγω ανόδου των θερμοκρασιών, αλλά και την ταχεία ανάπτυξη κέντρων δεδομένων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η εποχή της «ηλεκτροποίησης» της οικονομίας οδηγεί τη ζήτηση ρεύματος να αυξάνεται τουλάχιστον δυόμισι φορές ταχύτερα από τη συνολική ενεργειακή ζήτηση. Αν και οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες παραμένουν η βασική κινητήρια δύναμη, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται πλέον και στις ανεπτυγμένες χώρες, μετά από περίπου 15 χρόνια στασιμότητας.

Η έκθεση διαπιστώνει ότι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με αιχμή τα φωτοβολταϊκά, βρίσκεται πλέον στη διαδικασία να ξεπεράσει την παραγωγή από άνθρακα, μετά την ουσιαστική εξίσωση των δύο το 2025. Παράλληλα, η παραγωγή από πυρηνική ενέργεια έφτασε σε ιστορικό υψηλό.

Μέχρι το 2030, ανανεώσιμες πηγές και πυρηνικά εργοστάσια αναμένεται να καλύπτουν μαζί το 50% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής, από περίπου 42% σήμερα. Την ίδια στιγμή, η παραγωγή από φυσικό αέριο προβλέπεται επίσης να αυξηθεί, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίζεται η μετάβαση από το πετρέλαιο στο αέριο για την ηλεκτροπαραγωγή. Αντίθετα, ο άνθρακας χάνει σταδιακά έδαφος και εκτιμάται ότι έως το τέλος της δεκαετίας θα έχει επιστρέψει σε επίπεδα του 2021.

Ως αποτέλεσμα αυτών των τάσεων, οι παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής προβλέπεται να παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερές μέχρι το 2030.

Η ταχεία αύξηση της ζήτησης και η μεγαλύτερη εξάρτηση από πηγές που επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, αυξάνουν σημαντικά την πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας επισημαίνει ότι απαιτείται ταχεία επέκταση και εκσυγχρονισμός των δικτύων μεταφοράς και διανομής, καθώς και επενδύσεις σε τεχνολογίες αποθήκευσης και διαχείρισης ζήτησης.

Σήμερα, έργα συνολικής ισχύος άνω των 2.500 γιγαβάτ — που περιλαμβάνουν ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση ενέργειας και μεγάλες ενεργοβόρες εγκαταστάσεις όπως κέντρα δεδομένων — παραμένουν «μπλοκαρισμένα» σε ουρές σύνδεσης με τα δίκτυα παγκοσμίως. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι με βελτιώσεις στις υποδομές και μεταρρυθμίσεις στους κανονισμούς, θα μπορούσε να ενταχθεί στο σύστημα μεγάλο μέρος αυτής της ισχύος ήδη στο άμεσο μέλλον.

Παράλληλα, η προσιτότητα της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί αυξανόμενη ανησυχία. Σε πολλές χώρες, οι τιμές ρεύματος για τα νοικοκυριά έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τα εισοδήματα από το 2019, ενώ και οι επιχειρήσεις δέχονται έντονες πιέσεις. Οι κυβερνήσεις καλούνται να σχεδιάσουν αγορές και ρυθμιστικά πλαίσια που θα προσελκύσουν επενδύσεις, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα αποδοτικότητα και ευελιξία σε όλο το σύστημα.

Τέλος, η έκθεση τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των ηλεκτρικών συστημάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν αυξανόμενους κινδύνους από ακραία καιρικά φαινόμενα, γηρασμένες υποδομές και κυβερνοαπειλές. Η μετάβαση στην «Εποχή του Ηλεκτρισμού», καταλήγει ο οργανισμός, απαιτεί όχι μόνο περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά και πιο ισχυρά, έξυπνα και ανθεκτικά δίκτυα.

Newsroom