ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΥΣΗ – Πιθανή αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ: Τι σημαίνει για την Ελλάδα και το τέλος ενός δεδομένου συστήματος ασφάλειας

Σχετικά Άρθρα

Φωτογραφία αρχείου: Alexandros Michailidis / Shutterstock Editorial
Φωτογραφία αρχείου: Alexandros Michailidis / Shutterstock Editorial
Απόψεις / ΑναλύσειςΑναλύσεις ΣυντακτώνΝΑΤΟ

Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Αρχισυντάκτης  & Εκδότης – Diethni.gr

Οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του στη βρετανική The Telegraph, ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, δεν μπορούν να θεωρηθούν απλή πολιτική ρητορική. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε ευθέως τη στάση των ΗΠΑ με την – κατά την άποψή του – περιορισμένη στήριξη που έλαβε η Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία στην κρίση των Στενών του Ορμούζ, χαρακτηρίζοντας παράλληλα το ΝΑΤΟ ακόμη και «χάρτινη τίγρη».

Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε συνέχεια της τοποθέτησης του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος επίσης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης των ΗΠΑ με τη Συμμαχία μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν.

Ανεξαρτήτως αν τελικά υλοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο, το ίδιο το γεγονός ότι τίθεται στο τραπέζι υποδηλώνει μια βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής. Η σταδιακή αναδιάταξη ισχύος στο διεθνές σύστημα και η μετάβαση από έναν μονοπολικό σε έναν πιο πολυπολικό κόσμο είχαν ήδη καταδείξει ότι η αμερικανική στρατηγική προσοχή μετατοπίζεται. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενδέχεται απλώς να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία.

Η στρατιωτική διάσταση μιας πιθανής αποχώρησης

Σε πρακτικό επίπεδο, μια αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ή ακόμη και μια δραστική μείωση της αμερικανικής εμπλοκής θα σήμαινε την απομάκρυνση δεκάδων χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών από την Ευρώπη. Παράλληλα, θα επηρέαζε κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες, όπως στρατηγικές μεταφορές, δορυφορική επιτήρηση, πληροφορίες και συστήματα διοίκησης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της δομής δυνάμεων του ΝΑΤΟ, η αμερικανική συμβολή καλύπτει μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων πληροφοριών, επιτήρησης και στρατηγικής ανάλυσης της Συμμαχίας, γεγονός που καταδεικνύει τον κεντρικό ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο είναι η πυρηνική αποτροπή.

Η λεγόμενη αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα», που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1950, αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα στρατηγικής σταθερότητας στην Ευρώπη. Ούτε η Γαλλία ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν το πλήρες φάσμα της τριαδικής πυρηνικής αποτροπής (χερσαίες, ναυτικές και εναέριες δυνατότητες) που διαθέτουν οι ΗΠΑ. Μια αμερικανική αποχώρηση θα δημιουργούσε ένα σημαντικό κενό στο σύστημα αποτροπής της Ευρώπης.

Οι συνέπειες για την ελληνική στρατηγική ασφάλειας

Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές μεταβολές από την περίοδο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Η ελληνική στρατηγική ασφάλειας μετά τη μεταπολίτευση βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη συμμετοχή της χώρας σε δυτικές δομές ασφάλειας και ιδιαίτερα στο ΝΑΤΟ, το οποίο λειτουργούσε ως πλαίσιο σταθερότητας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η βασική παραδοχή αυτής της στρατηγικής ήταν ότι η Ουάσιγκτον είχε ζωτικό συμφέρον να διατηρεί τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Στο πλαίσιο αυτό, Ελλάδα και Τουρκία αντιμετωπίζονταν διαχρονικά από το αμερικανικό σύστημα λήψης αποφάσεων ως δύο κράτη που έπρεπε να διατηρούν ισορροπία για λόγους συνοχής της Συμμαχίας.

Ο ρόλος της αμερικανικής παρέμβασης στις ελληνοτουρκικές κρίσεις

Ιστορικά, σε περιόδους έντασης στο Αιγαίο, η ελληνική στρατηγική περιλάμβανε δύο βασικούς άξονες: την ενίσχυση της στρατιωτικής ετοιμότητας και την ενεργοποίηση των διπλωματικών διαύλων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε πολλές περιπτώσεις, η παρέμβαση της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα λειτουργούσε ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης. Αυτό δημιουργεί σήμερα ένα κρίσιμο ερώτημα στρατηγικής φύσης: εάν οι ΗΠΑ μειώσουν τον ρόλο τους στη Συμμαχία ή αποχωρήσουν, ποιος θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν αντίστοιχο ρόλο εξισορρόπησης;

Τα όρια των υφιστάμενων συμμαχιών

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά τη στρατηγική συνεργασία της με τη Γαλλία και το Ισραήλ. Οι συνεργασίες αυτές ενισχύουν την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας και δημιουργούν ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, ακόμη και ισχυρές περιφερειακές συνεργασίες δύσκολα μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τον ρόλο των ΗΠΑ ως βασικού παράγοντα στρατηγικής ισορροπίας.

Την ίδια στιγμή, το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται προς ένα πολυπολικό μοντέλο, όπου νέοι πόλοι ισχύος αποκτούν αυξημένη επιρροή. Αυτό δημιουργεί νέα δεδομένα αλλά και νέα διλήμματα για τη χάραξη εξωτερικής πολιτικής.

Η ανάγκη στρατηγικής προετοιμασίας

Το βασικό ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι αν ένα τέτοιο σενάριο θα υλοποιηθεί άμεσα, αλλά αν υπάρχει επαρκής στρατηγική προετοιμασία για μια πιθανή μεταβολή του διεθνούς περιβάλλοντος ασφάλειας.

Η πιθανότητα μείωσης της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη αναδεικνύει την ανάγκη για συνεχή αξιολόγηση των δεδομένων και ενίσχυση της στρατηγικής ευελιξίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Μια στρατηγική καμπή

Εάν οι ΗΠΑ μειώσουν δραστικά τον ρόλο τους στο ΝΑΤΟ, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για μια ακόμη μεταβολή στη διεθνή πολιτική. Θα πρόκειται για μια βαθιά αλλαγή του συστήματος ασφάλειας πάνω στο οποίο βασίστηκε η ευρωπαϊκή και ελληνική στρατηγική για δεκαετίες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ύπαρξη εναλλακτικών στρατηγικών επιλογών και η έγκαιρη προσαρμογή στα νέα δεδομένα θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες σταθερότητας. Γιατί σε έναν κόσμο που αλλάζει, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι πάντα η ισχύς του αντιπάλου αλλά  η απουσία ευελιξίας, κατανόηση της διεθνούς δυναμικής και στρατηγικού σχεδιασμού.

Θ.Π.