Η τακτική του «ελεγχόμενου χάους» από το Ιράν: γιατί το Ντουμπάι γίνεται ισοδύναμο των Στενών του Ορμούζ

Σχετικά Άρθρα

Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr

Ο πόλεμος υψηλής έντασης που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή μπαίνει πλέον στο τρίτο 24ωρο του, επιβεβαιώνοντας αυτό που από την πρώτη στιγμή φαινόταν ως βασικό χαρακτηριστικό του: δεν πρόκειται για μια κλασική χερσαία αναμέτρηση, αλλά για έναν αεροναυτικό πόλεμο κορεσμού, με τεράστια χρήση drones, βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise. Η ένταση είναι εξαιρετικά υψηλή, ενώ η σύγκρουση έχει ήδη αποκτήσει περιφερειακή διάσταση, εμπλέκοντας άμεσα ή έμμεσα ένα ευρύ πλέγμα κρατών, βάσεων, θαλάσσιων διαδρόμων και κρίσιμων κόμβων εμπορίου και ενέργειας.

Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις με μια στρατηγική που θυμίζει «χειρουργική αποδόμηση» του ιρανικού συστήματος ισχύος. Στις πρώτες ώρες οι στόχοι ήταν ξεκάθαροι: εξουδετέρωση όσο το δυνατόν περισσότερων κρίσιμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και του μηχανισμού ασφαλείας, καθώς και πλήγματα σε εγκαταστάσεις, ραντάρ και θέσεις αεράμυνας που θα επέτρεπαν στα αμερικανοϊσραηλινά αεροσκάφη να επιβάλουν αεροπορική υπεροχή. Στο δεύτερο 24ωρο, η στοχοποίηση επεκτάθηκε σε εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης και σε στρατιωτικές υποδομές σε όλη τη χώρα, σε μια προσπάθεια να διαλυθούν οι ικανότητες διοίκησης, ελέγχου και αντίδρασης.

Το Ιράν, ωστόσο, δεν απάντησε με συμμετρικό μόνο τρόπο. Η απάντηση της Τεχεράνης μοιάζει να στηρίζεται σε μια στρατηγική «ελεγχόμενης κλιμάκωσης» και παραγωγής χάους, με στόχο να αυξάνει συνεχώς το κόστος για τον αντίπαλο — όχι μόνο στρατιωτικά αλλά κυρίως πολιτικά, οικονομικά και ψυχολογικά. Η «βροχή» drones και βαλλιστικών πυραύλων προς το Ισραήλ είναι η πιο ορατή πτυχή αυτής της στρατηγικής, όμως εξίσου κομβικό στοιχείο είναι η συστηματική στοχοποίηση των αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο. Η Μανάμα του Μπαχρέιν και οι εγκαταστάσεις του 5ου Αμερικανικού Στόλου έχουν δεχθεί επαναλαμβανόμενη στοχοποίηση, ενώ παράλληλα συνεχείς είναι οι επιθέσεις προς την Al Udeid στο Κατάρ και προς την Al Dhafra στα ΗΑΕ. Η λογική είναι σαφής: διαρκής συναγερμός, διάσπαση ισχύος και αίσθηση καθολικής τρωτότητας.

Η πιο εντυπωσιακή – και πολιτικά πιο φορτισμένη – πτυχή αυτής της τακτικής είναι η μετατόπιση της πίεσης προς τις υποδομές των ΗΑΕ και ειδικά προς το Ντουμπάι. Η στοχοποίηση αεροδρομίων στο Ντουμπάι και στο Άμπου Ντάμπι, καθώς και του λιμανιού Jebel Ali, δεν είναι απλώς επιχειρησιακή. Αγγίζει την καρδιά της οικονομικής λειτουργίας της πόλης-κόμβου που τροφοδοτείται καθημερινά μέσω εισαγωγών, logistics και αερομεταφορών. Ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό φέρουν οι αναφορές για πλήγματα σε εμβληματικά σημεία, όπως ξενοδοχεία και τοπόσημα υψηλού κύρους ή περιοχές όπως η Palm Jumeirah. Εδώ το Ιράν δεν επιδιώκει απλώς υλική καταστροφή. Επιδιώκει να χτυπήσει την «εικόνα ασφάλειας» — το βασικό άυλο κεφάλαιο του Ντουμπάι.

Αυτό εντάσσεται πλήρως στη λογική του «ελεγχόμενου χάους». Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι ένα πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα ήταν στρατιωτικά δαπανηρό και επιχειρησιακά επικίνδυνο, με υψηλό ρίσκο περεταίρω γενικευμένης σύγκρουσης με συμμαχία άμεσα πληττόμενων κρατών . Αντί για μια άμεση ναυτική αναμέτρηση, επιλέγει μια έμμεση στρατηγική: να παράγει οικονομικό και ψυχολογικό αποτέλεσμα αντίστοιχο ενός κλειστού Ορμούζ χωρίς να το κλείσει. Έτσι, το Ντουμπάι λειτουργεί ως «έμμεσο Ορμούζ». Αν διαταραχθούν αεροδρόμια, λιμάνια και ο επενδυτικός πυρήνας της πόλης, η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε οικονομικό σοκ, ακόμη κι αν ο θαλάσσιος διάδρομος παραμένει τυπικά ανοιχτός.

Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται από το ιδιαίτερο κοινωνικό και οικονομικό προφίλ της πόλης. Το Ντουμπάι έχει εξελιχθεί σε κορυφαίο τουριστικό προορισμό αλλά και σε βασικό σημείο μετεγκατάστασης δυτικών υψηλών εισοδημάτων. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποτελείται από expats — Ευρωπαίους και Αμερικανούς επαγγελματίες, επενδυτές και εύπορους κατοίκους. Σε αυτό το περιβάλλον, οι αναχαιτίσεις και οι εικόνες πλήγματος δεν προκαλούν μόνο φόβο. Δημιουργούν αμφιβολία για τη βιωσιμότητα της «safe haven» αφήγησης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η επιτυχία της πόλης.

Η συνεχής στοχοποίηση αεροδρομίων και λιμανιών εξυπηρετεί δύο σαφείς στόχους. Ο πρώτος είναι επιχειρησιακός: κορεσμός της εμιρατινής αεράμυνας και αύξηση του κόστους αναχαίτισης. Ο δεύτερος είναι στρατηγικός και ψυχολογικός: ενίσχυση της αίσθησης εγκλωβισμού σε μια πόλη όπου η διαφυγή μπορεί να καταστεί δύσκολη λόγω ακυρώσεων πτήσεων και κινδύνων μετακίνησης. Δεν απαιτείται πλήρης αποκοπή για να λειτουργήσει αυτή η στρατηγική· αρκεί να γίνει πειστική ως πιθανότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια πόλη που εξαρτάται από εισαγωγές για βασικές ανάγκες, από συνεχή ροή τουρισμού και από την εμπιστοσύνη των αγορών γίνεται ευάλωτη σε ένα μοντέλο πολέμου που δεν στοχεύει στην κατάκτηση εδάφους αλλά στην αποδόμηση της κανονικότητας. Ελλείψεις, καθυστερήσεις, αυξήσεις τιμών και ακυρώσεις υπηρεσιών μεταφράζονται σε οικονομική πίεση. Και αυτή η πίεση δεν περιορίζεται στα ΗΑΕ· επεκτείνεται στις δυτικές οικονομίες, επειδή οι πολίτες, τα κεφάλαια και οι επιχειρήσεις τους βρίσκονται εκεί.

Έτσι, η στοχοποίηση μη στρατιωτικών υποδομών στα ΗΑΕ — όσο κυνική κι αν είναι — φαίνεται να υπηρετεί μια συγκεκριμένη επιδίωξη: τη μετατροπή του Ντουμπάι σε μοχλό έμμεσης πίεσης προς τις δυτικές κυβερνήσεις. Μέσω οικονομικού σοκ και ψυχολογικής αποσταθεροποίησης, το Ιράν επιχειρεί να δημιουργήσει πολιτικό κόστος που θα μεταφραστεί σε πιέσεις για αποκλιμάκωση.

Αν αυτή η ανάγνωση αποδειχθεί ορθή, τότε το κέντρο βάρους της σύγκρουσης δεν βρίσκεται μόνο στην Τεχεράνη ή στο Τελ Αβίβ. Βρίσκεται στον Κόλπο, στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στα ασφάλιστρα κινδύνου, στις τιμές του πετρελαίου και στην εύθραυστη πίστη ότι ορισμένες πόλεις μπορούν να παραμένουν νησίδες ασφάλειας σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια.

Θ.Π.