Πριν από το «Όχι»: Πώς η προπαγάνδα του Μουσολίνι προετοίμαζε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας

Σχετικά Άρθρα

Έρευνα – επιμέλεια: Θανάσης Πετράς
Αρχισυντάκτης και εκδότης του DIETHNI.GR

Από τις φιλοφρονήσεις προς τον Μεταξά στις καταγγελίες για «ελληνικές προκλήσεις» και από την αμφισβήτηση της ουδετερότητας στην παρουσίαση της εισβολής ως «απελευθερωτικού πολέμου»: η επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940 είχε προετοιμαστεί και στις σελίδες των ιταλικών εφημερίδων.

Πριν ακουστούν τα πρώτα πυρά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, η Ελλάδα είχε ήδη βρεθεί στο στόχαστρο ενός άλλου πολέμου: εκείνου των λέξεων. Στον ιταλικό Τύπο του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 1940, οι αναφορές στην ελληνική ουδετερότητα παραχωρούσαν σταδιακά τη θέση τους σε κατηγορίες για «καταπίεση, εγκλήματα και συνεργασία με τη Βρετανία». Μετά την εισβολή, η ίδια προπαγανδιστική μηχανή παρουσίαζε την επίθεση ως δικαιολογημένη αντίδραση και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως προάγγελο μιας επικείμενης νίκης.

Η ανάγνωση αυτών των δημοσιευμάτων, ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, αποκαλύπτει πώς η φασιστική εξουσία επιχειρούσε να διαμορφώσει την αντίληψη των Ιταλών για τη γειτονική χώρα. Η Ελλάδα έπρεπε πρώτα να εμφανιστεί ως αναξιόπιστη, εχθρική και επικίνδυνη, ώστε η επίθεση εναντίον της να παρουσιαστεί ως εύλογη — ακόμη και ως αναγκαία.

Χρειάζεται, ωστόσο, μια ουσιαστική διάκριση. Οι εφημερίδες της εποχής δεν αποτελούν ανεμπόδιστη καταγραφή της ιταλικής κοινής γνώμης. Λειτουργούσαν μέσα σε καθεστώς ελέγχου και πολιτικής καθοδήγησης. Οι σελίδες τους δείχνουν πρωτίστως τι ήθελε το καθεστώς να πιστεύουν οι πολίτες, όχι τι πίστευαν ελεύθερα και ομόφωνα όλοι οι Ιταλοί. 

Όταν ο Μεταξάς δεχόταν ακόμη φιλοφρονήσεις

Η εχθρική εικόνα της Ελλάδας δεν ήταν αμετάβλητη. Ακόμη και λίγες εβδομάδες πριν από την κορύφωση των προκλήσεων, ο ιταλικός Τύπος μπορούσε να αντιμετωπίζει ευνοϊκά το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

Στις 3 Αυγούστου 1940, η Stampa Sera δημοσίευε άρθρο για τη νέα όψη της Ελλάδας. Στις 6 Αυγούστου, η La Stampa αναφερόταν στην αποφασιστικότητα του Μεταξά να διατηρήσει την ουδετερότητα της χώρας. Οι αναφορές αυτές απείχαν αισθητά από την επιθετική γλώσσα που θα κυριαρχούσε λίγο αργότερα. 

Η επίσημη διπλωματική αλληλογραφία επιβεβαιώνει αυτή την πρόσκαιρη ατμόσφαιρα. Σε τηλεγράφημα της 7ης Αυγούστου προς τον υπουργό Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, ανέφερε ότι ο Μεταξάς τον είχε ευχαριστήσει για τις ευγενικές εκφράσεις του ιταλικού Τύπου και ραδιοφώνου με αφορμή την επέτειο του καθεστώτος του. 

Η λεπτομέρεια είναι αποκαλυπτική. Η μεταγενέστερη πολεμική δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως αυθόρμητη εκδήλωση μιας αδιάλειπτης λαϊκής εχθρότητας. Η δημόσια εικόνα της Ελλάδας μπορούσε να μεταβάλλεται ανάλογα με τις πολιτικές επιδιώξεις της Ρώμης. Ο γείτονας που δεχόταν φιλοφρονήσεις μπορούσε, μέσα σε λίγες ημέρες, να μετατραπεί σε κατηγορούμενο.

Ο Αύγουστος των κατηγοριών

Στα μέσα του ίδιου μήνα, η γλώσσα αλλάζει.

Στην πρώτη σελίδα του Il Resto del Carlino της 12ης Αυγούστου εμφανίζεται καταγγελία για αποτρόπαιο πολιτικό έγκλημα στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η αναφορά αφορά τον θάνατο του Νταούτ Χότζα, γνωστού στα ιταλικά δημοσιεύματα ως Daut Hoggia. Πάνω από το άρθρο, η εφημερίδα χρησιμοποιεί τη διατύπωση «Τυφλός ελληνικός δεσποτισμός».

Στις 16 Αυγούστου, ο Χότζα επανέρχεται στην πρώτη σελίδα ως ηρωική μορφή. Η υπόθεσή του εντάσσεται στην εκστρατεία που παρουσίαζε τους Αλβανούς της Τσαμουριάς ως θύματα των ελληνικών αρχών και την Ιταλία ως προστάτιδά τους. Η ιταλική Ένωση Πολεμιστών και Βετεράνων καταγράφει τη χρησιμοποίηση της υπόθεσης στην αντιελληνική προπαγάνδα του Αυγούστου. 

Η επιλογή των χαρακτηρισμών δημιουργούσε ένα ηθικό σχήμα με προκαθορισμένους ρόλους: οι ελληνικές αρχές εμφανίζονταν ως καταπιεστές, οι αλβανικοί πληθυσμοί ως θύματα και η φασιστική Ιταλία ως δύναμη αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Μια υπόθεση μετατρεπόταν σε σύμβολο γύρω από το οποίο μπορούσε να οργανωθεί η εχθρότητα προς την Ελλάδα.

Η ίδια κλιμάκωση διακρίνεται στη La Stampa. Στις 14 Αυγούστου, η εφημερίδα δημοσίευε στην πρώτη σελίδα τίτλο που αποδίδεται ως «Μια απαράδεκτη κατάσταση για την οποία η Ελλάδα οφείλει να λογοδοτήσει». Την επομένη, άρθρο του Ίταλο Τζινγκαρέλι συνέδεε την υπονόμευση της Ελλάδας με τη βρετανική εγγύηση. Η Αθήνα παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως υπεύθυνη για την ένταση και ως χώρα εκτεθειμένη στην επιρροή του Λονδίνου. 

Η «Έλλη» και η αντιστροφή της ευθύνης

Ο τορπιλισμός της «Έλλης» προσφέρει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα προπαγανδιστικής αντιστροφής της πραγματικότητας.

Στις 15 Αυγούστου 1940, το ελληνικό καταδρομικό βυθίστηκε στην Τήνο από το ιταλικό υποβρύχιο Delfino, ενώ η Ελλάδα παρέμενε εκτός πολέμου. 

Ωστόσο, σε δημοσίευμα της La Stampa που χρονολογείται  στις 17 Αυγούστου, η βύθιση συνδεόταν με «εγκληματική αγγλική απόπειρα» για την επιδείνωση της ελληνοϊταλικής έντασης. 

Η ευθύνη μεταφερόταν έτσι από τον πραγματικό επιτιθέμενο στον βρετανικό παράγοντα. Ο αναγνώστης καλούνταν να ερμηνεύσει ακόμη και ένα πλήγμα εναντίον ελληνικού πολεμικού πλοίου μέσα από το πρίσμα της αντιβρετανικής πολεμικής.

Η προπαγάνδα δεν περιοριζόταν στην απόκρυψη της ιταλικής ευθύνης. Πρότεινε μια εναλλακτική εξήγηση, συμβατή με τη συνολική αφήγηση του καθεστώτος: πίσω από την ένταση βρισκόταν το Λονδίνο, ενώ η Ιταλία εμφανιζόταν ως στόχος ξένων μηχανορραφιών.

Στα παρασκήνια, η αναζήτηση του προσχήματος

Τα διπλωματικά έγγραφα επιτρέπουν τη σύγκριση ανάμεσα στη δημόσια επιχειρηματολογία και στις συζητήσεις της ιταλικής ηγεσίας.

Στη σύσκεψη της 15ης Οκτωβρίου 1940 για την επίθεση στην Ελλάδα, ο Μουσολίνι συζητούσε τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση θα αποκτούσε την εμφάνιση αναπόφευκτης ενέργειας. Στα πρακτικά καταγράφεται η αναζήτηση ενός επεισοδίου που θα επέτρεπε στην Ιταλία να εμφανιστεί ως δύναμη επιβολής της τάξης. Ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα αναφερόταν μάλιστα στην προετοιμασία εικονικής επίθεσης με γαλλικά όπλα και βόμβες. 

Η αντιπαραβολή είναι αποκαλυπτική. Ενώ οι εφημερίδες κατήγγελλαν «ελληνικές προκλήσεις», η ηγεσία συζητούσε πώς θα εξασφάλιζε το κατάλληλο πρόσχημα για μια επίθεση που ήδη σχεδίαζε.

Η δημόσια κατηγορία και ο στρατιωτικός σχεδιασμός υπηρετούσαν την ίδια επιδίωξη: να εμφανιστεί η Ιταλία ως χώρα που εξαναγκάζεται να δράσει, αντί ως δύναμη που επιλέγει να επιτεθεί.

Η Ελλάδα ως υποχείριο του Λονδίνου

Μετά την εισβολή, η αμφισβήτηση της ελληνικής ουδετερότητας αποκτά ακόμη πιο επιθετικό χαρακτήρα.

Στην Corriere della Sera, η βιβλιογραφία του Κούρτσιο Μαλαπάρτε καταγράφει για τις 29 Οκτωβρίου άρθρο περί ελληνικού μίσους εναντίον της Ιταλίας και, στην απογευματινή έκδοση, άλλο δημοσίευμα που χαρακτήριζε υποκριτική την ελληνική ουδετερότητα. Στις 30 Οκτωβρίου ακολουθεί άρθρο που συνδέει τον Μεταξά με τους Βρετανούς στην Αθήνα. 

Η ακολουθία των θεμάτων δείχνει την κατεύθυνση της επιχειρηματολογίας. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως προέκταση της βρετανικής πολιτικής και η στάση της ερμηνεύεται μέσα από τις επιδιώξεις μιας ξένης δύναμης.

Αυτή η παρουσίαση διευκόλυνε τη νομιμοποίηση της επίθεσης. Εφόσον η ελληνική ουδετερότητα εμφανιζόταν ως προσχηματική, η παραβίασή της μπορούσε να προβληθεί ως απάντηση σε μια ήδη υπάρχουσα εχθρική στάση. Η υπεράσπιση του ελληνικού εδάφους έχανε, μέσα σε αυτό το σχήμα, τον αυτονόητο αμυντικό χαρακτήρα της.

Η εισβολή ως «απελευθέρωση»

Στις 31 Οκτωβρίου, ο Μαλαπάρτε δημοσιεύει στην Corriere della Sera άρθρο με τίτλο «Ένας απελευθερωτικός πόλεμος». Την 1η Νοεμβρίου ακολουθεί δημοσίευμα για την υποτέλεια και τη δυστυχία της Ελλάδας κατά την τετραετία διακυβέρνησης του Μεταξά. 

Η επίθεση αποκτά έτσι μια δεύτερη δικαιολογία. Εκτός από απάντηση σε υποτιθέμενες προκλήσεις, εμφανίζεται και ως παρέμβαση προς όφελος του ίδιου του ελληνικού πληθυσμού.

Η διαδοχή των θεμάτων υποδηλώνει μια προσπάθεια να αποσυνδεθεί ο πόλεμος από την ιταλική επεκτατικότητα. Στη θέση της προβάλλεται η υποτιθέμενη ανάγκη απαλλαγής της Ελλάδας από την κυβέρνησή της και τη βρετανική επιρροή. Ο εισβολέας διεκδικεί τον ρόλο του σωτήρα και η στρατιωτική επιβολή περιγράφεται ως πράξη απελευθέρωσης.

Οι ελληνικές πόλεις στις σελίδες της πολεμικής ρητορικής

Η Stampa Sera της 29ης–30ής Οκτωβρίου αναγγέλλει την προέλαση των ιταλικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος. Ακριβώς πάνω από τον κεντρικό τίτλο, η επιχείρηση παρουσιάζεται ως ιταλική «αντίδραση».

Στο ίδιο φύλλο αναφέρονται βομβαρδισμοί στην Πάτρα, στην περιοχή της Διώρυγας της Κορίνθου, στην Πρέβεζα και στο Τατόι. Στις 2–3 Νοεμβρίου, η Θεσσαλονίκη εμφανίζεται στον κεντρικό τίτλο ως στόχος διαδοχικών κυμάτων βομβαρδιστικών, ενώ άλλες αναφορές αφορούν τη Σαλαμίνα, την Κέρκυρα και τη σιδηροδρομική σύνδεση Κορίνθου–Αθήνας. 

Για τον σημερινό Έλληνα αναγνώστη, η απαρίθμηση έχει ιδιαίτερο βάρος. Πίσω από τη στρατιωτική γλώσσα βρίσκονται αναγνωρίσιμοι τόποι της χώρας, παρουσιασμένοι ως πεδία επίδειξης της ισχύος του εισβολέα. Η καταστροφή μετατρέπεται σε ένδειξη αποτελεσματικότητας και η επίθεση σε θέαμα εθνικού γοήτρου.

Την ίδια περίοδο, το εικονογραφημένο εξώφυλλο της Domenica del Corriere της 3ης Νοεμβρίου δείχνει Ιταλούς στρατιώτες να προχωρούν ορμητικά, με πεσμένους αντιπάλους στο προσκήνιο. Το σχέδιο του Ακίλε Μπελτράμε προσφέρει μια οπτική υπόσχεση επικράτησης: ο αναγνώστης βλέπει τον αντίπαλο εξουδετερωμένο, ενώ ο πόλεμος βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. 

Όταν η πραγματικότητα δυσκόλεψε την προπαγάνδα

Η εξέλιξη των επιχειρήσεων δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες της φασιστικής ηγεσίας. Η ελληνική αντίσταση και η αντεπίθεση διέψευσαν την προοπτική μιας εύκολης εκστρατείας.

Η έρευνα για το ιταλικό υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ενημέρωση προσαρμοζόταν στις δυσκολίες: παρεμβάσεις στη στρατιωτική ειδησεογραφία, περιορισμό σχολίων και προσπάθειες αντιμετώπισης των βρετανικών αναφορών ως εχθρικής προπαγάνδας. Η εικόνα της αδιάκοπης προέλασης έπρεπε πλέον να προστατευθεί από τα ίδια τα γεγονότα. 

Τα δημοσιεύματα του 1940 αποκαλύπτουν, επομένως, μια ολόκληρη διαδικασία: πρώτα την αμφισβήτηση της ελληνικής αξιοπιστίας, έπειτα τη δημιουργία προσχημάτων και τέλος την παρουσίαση της εισβολής ως αναγκαίας, δίκαιης και νικηφόρας.

Η 28η Οκτωβρίου αποκτά μέσα από αυτά τα τεκμήρια μια επιπλέον διάσταση. Η ελληνική αντίσταση αντιμετώπισε έναν εισβολέα που είχε προηγουμένως επιχειρήσει να στερήσει από την Ελλάδα, στα μάτια του δικού του κοινού, ακόμη και το δικαίωμα να θεωρείται αμυνόμενη.

Η ανάγνωση αυτών των δημοσιευμάτων προκαλεί ανατριχίλα και για έναν ακόμη λόγο: ορισμένα από τα επιχειρήματα της εποχής μοιάζουν ανησυχητικά οικεία. Η Ελλάδα ως εμπόδιο στις ηγεμονικές φιλοδοξίες μιας περιφερειακής δύναμης, ως υποχείριο των Αγγλοσαξόνων, ως χώρα της οποίας η ανεξαρτησία στις αποφάσεις αμφισβητείται και η άμυνα παρουσιάζεται ως πρόκληση, όλα αυτά φέρνουν στον νου ρητορικές που αναγνωρίζουμε και σήμερα στην ευρύτερη γειτονιά μας. Δεν χρειάζεται να εξισώσουμε διαφορετικές εποχές και καθεστώτα για να διακρίνουμε την ομοιότητα του μηχανισμού: η επεκτατική φιλοδοξία εμφανίζεται ως ιστορικό δικαίωμα, η κυριαρχία του γείτονα ως αδικαιολόγητος περιορισμός και η απειλή εναντίον του ως αναγκαία απάντηση.

Εκεί βρίσκεται η διαχρονική προειδοποίηση αυτών των σελίδων. Ο ολοκληρωτικός λόγος, ο εθνικιστικός φανατισμός και ο αναθεωρητισμός μπορούν να αλλάζουν λεξιλόγιο, σύμβολα και γεωγραφική αφετηρία, διατηρώντας όμως την ίδια επιδίωξη: να εξοικειώσουν μια κοινωνία με την ιδέα ότι η επιβολή στον γείτονα είναι θεμιτή. Και όταν η Ελλάδα περιγράφεται ξανά ως εμπόδιο στην περιφερειακή κυριαρχία κάποιου άλλου, η ιστορική μνήμη μάς καλεί να προσέχουμε όχι μόνο τις απειλές, αλλά και τις λέξεις που προετοιμάζουν την αποδοχή τους.