Πώς ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν μπορεί να ξαναγράψει τον ενεργειακό χάρτη της Μέσης Ανατολής

Σχετικά Άρθρα

Φωτογραφία αρχείου – Πηγή:Nora_n_0_ra/Shutterstock
Φωτογραφία αρχείου – Πηγή:Nora_n_0_ra/Shutterstock
Απόψεις / ΑναλύσειςΑναλύσεις Συντακτών

Θανάσης Πετράς

Διεθνής Ανταποκριτής

Chief Editor & Publisher – Diethni.gr

Ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δεν μεταβάλλει μόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Επιταχύνει μια πολύ βαθύτερη γεωπολιτική αναδιάρθρωση, η οποία μπορεί μέσα στα επόμενα χρόνια να αλλάξει τις διαδρομές μέσω των οποίων το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα εμπορεύματα της περιοχής φτάνουν στις διεθνείς αγορές.

Για δεκαετίες, οι Αμερικανοί σχεδιαστές εξωτερικής πολιτικής γνώριζαν ότι τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία του πλανήτη. Η γνώση αυτή, όμως, βασιζόταν κυρίως σε υποθετικά σενάρια πολέμου, αποκλεισμού ή περιορισμού της ναυσιπλοΐας.

Η σημερινή σύγκρουση με το Ιράν μετέτρεψε την υπόθεση σε πραγματικότητα.

Η Ουάσιγκτον είδε στην πράξη ότι η Τεχεράνη διαθέτει τη δυνατότητα να περιορίζει αποτελεσματικά την εμπορική κίνηση, να αυξάνει απότομα το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς και να προκαλεί διεθνή ενεργειακή αναστάτωση, ακόμη και χωρίς να επιτύχει ένα απόλυτο και παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών.

Αρκούν η παρουσία ναρκών, οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, η απειλή πυραυλικών πληγμάτων και επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθώς και η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των πληρωμάτων, ώστε οι ναυτιλιακές εταιρείες να αναστείλουν τις διελεύσεις τους.

Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν χρειάζεται να σφραγίσει ερμητικά το Ορμούζ. Χρειάζεται μόνο να καταστήσει τη διέλευση τόσο επικίνδυνη και δαπανηρή, ώστε η ίδια η αγορά να αρχίσει να την αποφεύγει.

Η παγκόσμια οικονομία σε έναν στενό θαλάσσιο διάδρομο

Η τεράστια σημασία των Στενών αποτυπώνεται στους αριθμούς. Από το Ορμούζ διέρχονται υπό κανονικές συνθήκες περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης.

Από την ίδια θαλάσσια δίοδο περνά επίσης σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου, κυρίως λόγω των εξαγωγών του Κατάρ.

Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη συγκέντρωση ενεργειακής ισχύος σε έναν εξαιρετικά περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, ανάμεσα στις ιρανικές και τις ομανικές ακτές.

Για την Τεχεράνη, αυτή η γεωγραφία λειτουργεί ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Το Ιράν μπορεί να μη διαθέτει την οικονομική ή τη συμβατική στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει όμως τη δυνατότητα να απειλεί μια ενεργειακή αρτηρία από την οποία εξαρτώνται οι οικονομίες της Ασίας, της Ευρώπης και των αραβικών κρατών του Κόλπου.

Η άνοδος του Brent πάνω από τα 90 δολάρια, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση των διελεύσεων, κατέδειξε ότι η απειλή δεν αφορά μόνο τα κράτη της περιοχής. Επηρεάζει τον πληθωρισμό, το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και τελικά την καθημερινότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό είναι το βασικό μάθημα που φαίνεται να αντλεί η Ουάσιγκτον: η προστασία των Στενών δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην αποτροπή και στη μόνιμη παρουσία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου δεν μπορεί εύκολα να εγγυηθεί την απρόσκοπτη διέλευση χιλιάδων εμπορικών πλοίων σε ένα περιβάλλον ναρκών, πυραύλων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ταχύπλοων σκαφών και παράκτιων συστοιχιών.

Η νέα αμερικανική στρατηγική δύο επιπέδων

Η προσέγγιση που διαμορφώνεται έχει δύο διακριτές αλλά αλληλένδετες πλευρές.

Η πρώτη είναι στρατιωτική και αφορά την άμεση αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τις δυνάμεις τους στην περιοχή, εφαρμόζουν αποκλεισμό των ιρανικών λιμένων και εξετάζουν τρόπους περιορισμού της δυνατότητας των Φρουρών της Επανάστασης να απειλούν τα εμπορικά πλοία.

Εάν η κρίση συνεχιστεί, είναι πιθανές νέες αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών ναυτικών εγκαταστάσεων, συστημάτων επιτήρησης, παράκτιων πυραύλων και υποδομών που υποστηρίζουν τις επιχειρήσεις στα Στενά.

Μια ευρύτερη χερσαία επιχείρηση θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη και πολιτικά δαπανηρή και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τον μόνιμο ιρανικό έλεγχο της εμπορικής κυκλοφορίας.

Η δεύτερη πλευρά της νέας στρατηγικής είναι περισσότερο μακροπρόθεσμη και πιθανώς σημαντικότερη. Αφορά τη σταδιακή μείωση της ίδιας της αξίας του Ορμούζ ως εργαλείου γεωπολιτικού εκβιασμού.

Η λογική είναι απλή: εάν οι ενεργειακές εξαγωγές του Κόλπου αποκτήσουν επαρκείς εναλλακτικές εξόδους προς την Ερυθρά Θάλασσα, την Αραβική Θάλασσα και τη Μεσόγειο, το Ιράν θα χάσει μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος που του προσφέρει σήμερα η γεωγραφική του θέση.

Δεν θα πρόκειται για κατάργηση του Ορμούζ. Καμία εναλλακτική υποδομή δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει μια τόσο μεγάλη και καθιερωμένη θαλάσσια οδό. Θα πρόκειται, όμως, για τη δημιουργία ενός παράλληλου δικτύου που θα επιτρέπει στη διεθνή αγορά να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και όταν τα Στενά βρίσκονται υπό απειλή.

Οι αγωγοί που μπορούν να αλλάξουν τον χάρτη

Ορισμένες εναλλακτικές υποδομές υπάρχουν ήδη. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τον αγωγό Ανατολής–Δύσης, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τις εγκαταστάσεις της ανατολικής χώρας προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν αγωγό που συνδέει το Αμπού Ντάμπι με τη Φουτζέιρα, έξω από τα Στενά του Ορμούζ.

Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών, οι διαθέσιμες εφεδρικές δυνατότητες αυτών των διαδρομών μπορούν να περιορίσουν μέρος των απωλειών, αλλά δεν αρκούν για να αντικαταστήσουν τις ποσότητες που μεταφέρονται καθημερινά μέσω των Στενών.  H EIA υπολογίζει ότι οι υφιστάμενοι σαουδαραβικοί και εμιρατινοί αγωγοί παρέχουν μόνο περιορισμένη δυνατότητα παράκαμψης.

Γι’ αυτό το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον σε πολύ μεγαλύτερα έργα.

Το Ιράκ εξετάζει διαδρομές που θα μπορούσαν να συνδέσουν τα κοιτάσματα της Βασόρας με τη Μεσόγειο μέσω της Συρίας και με το τουρκικό λιμάνι Τσεϊχάν. Παράλληλα, επανέρχονται προτάσεις για αγωγό από τη Βασόρα προς την Άκαμπα της Ιορδανίας και για έξοδο προς το λιμάνι Ντουκμ του Ομάν, στον Ινδικό Ωκεανό.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι συζητήσεις για την αποκατάσταση του πετρελαϊκού διαδρόμου Ιράκ–Συρία, με κατάληξη το λιμάνι Μπανιγιάς στη Μεσόγειο. Ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να δώσει στο ιρακινό πετρέλαιο άμεση δυτική έξοδο, χωρίς να χρειάζεται να περάσει ούτε από το Ορμούζ ούτε από την Ερυθρά Θάλασσα.

Αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες έχουν αρχίσει να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για τα συγκεκριμένα σχέδια. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός ενιαίου και απόρρητου αμερικανικού σχεδίου. Δείχνει, όμως, ότι τα οικονομικά συμφέροντα, οι ανάγκες ενεργειακής ασφάλειας και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον αρχίζουν να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι η αποτελεσματική δυνατότητα παράκαμψης του Ορμούζ θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως το τέλος του 2028, εφόσον προχωρήσουν οι επεκτάσεις και τα νέα έργα.

Πρόκειται για εξαιρετικά φιλόδοξη πρόβλεψη και η υλοποίησή της εξαρτάται από τη χρηματοδότηση, την ασφάλεια και την πολιτική συνεργασία πολλών κρατών. Αποτυπώνει, ωστόσο, το μέγεθος της κινητοποίησης.

Ισραήλ, Συρία, Ιορδανία και Τουρκία διεκδικούν ρόλο

Οι νέοι διάδρομοι δεν αποτελούν απλώς τεχνικά ή κατασκευαστικά έργα. Κάθε αγωγός και κάθε σιδηροδρομική γραμμή δημιουργεί μακροχρόνιες σχέσεις εξάρτησης, έσοδα από τη διέλευση, νέες συμμαχίες και πρόσθετες ανάγκες στρατιωτικής προστασίας.

Η Συρία μπορεί να μετατραπεί από πεδίο πολέμου σε κομβική δίοδο προς τη Μεσόγειο. Η Ιορδανία διεκδικεί τον ρόλο ενός σταθερού διαμετακομιστικού κράτους ανάμεσα στο Ιράκ, στον Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως βασική ενεργειακή γέφυρα μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.

Το Ισραήλ προωθεί τη δυνατότητα σύνδεσης της Σαουδικής Αραβίας με το Εϊλάτ και, μέσω του υφιστάμενου αγωγού Εϊλάτ–Ασκελόν, με τη Μεσόγειο.

Ο Ισραηλινός υπουργός Ενέργειας έχει ήδη παρουσιάσει στις ΗΠΑ πρόταση για έναν αγωγό περίπου 700 χιλιομέτρων από τη Σαουδική Αραβία προς το Εϊλάτ. Η πρόταση προβλέπει τη μεταφορά του πετρελαίου στη Μεσόγειο μέσω της υπάρχουσας ισραηλινής υποδομής.

Ένα τέτοιο έργο, όμως, θα απαιτούσε βαθύτερη πολιτική συνεργασία ανάμεσα στο Ισραήλ και στα αραβικά κράτη. Επομένως, οι αγωγοί δεν θα ακολουθήσουν απλώς τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Είναι πιθανό να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωσή της.

Ο IMEC επιστρέφει στο προσκήνιο

Στην ίδια στρατηγική εντάσσεται ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, γνωστός ως IMEC.

Το σχέδιο προβλέπει τη σύνδεση της Ινδίας με τον Περσικό Κόλπο και από εκεί με την Ευρώπη μέσω ενός συνδυασμού θαλάσσιων συνδέσεων, σιδηροδρομικών δικτύων, ενεργειακών υποδομών, ηλεκτρικών καλωδίων και ψηφιακών δικτύων.

Μέχρι πρόσφατα, ο IMEC αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ένα φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο και ως δυτική απάντηση στην κινεζική πρωτοβουλία “Belt and Road Initiative” Μετά τις κρίσεις στο Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα, αποκτά πλέον σαφή διάσταση ασφάλειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρχίσει να εξετάζει πιο ενεργά τη χρηματοδότηση υποδομών που θα επιτρέπουν την παράκαμψη των ευάλωτων θαλάσσιων περασμάτων.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει επισημάνει ότι η απειλή εναντίον ενός εμπορικού πλοίου στο Ορμούζ μπορεί να επηρεάσει άμεσα μια βιομηχανική μονάδα στην Ευρώπη, συνδέοντας ευθέως τη θαλάσσια ασφάλεια της Μέσης Ανατολής με την οικονομική ασφάλεια της ΕΕ.

Η παρουσία της Ευρώπης στα συγκεκριμένα έργα δεν θα είναι μόνο οικονομική. Οι νέοι διάδρομοι θα χρειάζονται πολιτικές εγγυήσεις, μηχανισμούς προστασίας, ενεργειακές συμφωνίες και ενδεχομένως ευρωπαϊκή συμμετοχή στην ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων και χερσαίων υποδομών.

Ένα πρωτοφανές κύμα επενδύσεων την επόμενη πενταετία

Προσωπική εκτίμηση είναι ότι τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια η Μέση Ανατολή θα βρεθεί στο επίκεντρο ενός πρωτοφανούς κύματος κατασκευαστικών έργων και στρατηγικών επενδύσεων.

Η κινητοποίηση δεν θα αφορά μόνο τους αγωγούς. Θα περιλαμβάνει σιδηροδρομικές γραμμές, οδικά δίκτυα, λιμάνια, ενεργειακούς τερματικούς σταθμούς, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και ψηφιακές υποδομές.

Στόχος θα είναι η δημιουργία πολλαπλών διαδρομών, ώστε κανένα κράτος και καμία ένοπλη οργάνωση να μην μπορεί να κρατήσει όμηρο τη διεθνή οικονομία ελέγχοντας ένα μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται ότι δεν επιθυμούν πλέον μόνο να διατηρήσουν ανοικτό το Ορμούζ. Θέλουν να δημιουργήσουν μια περιφερειακή πραγματικότητα μέσα στην οποία ακόμη και η διακοπή της λειτουργίας του δεν θα είναι αρκετή για να προκαλέσει παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.

Αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί η βαθύτερη γεωπολιτική συνέπεια του πολέμου.

Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γεωγραφία για να μετατρέψει μια περιφερειακή σύγκρουση σε παγκόσμια οικονομική κρίση. Η απάντηση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δεν θα περιοριστεί πιθανότατα σε πολεμικά πλοία και αεροπορικές επιδρομές.

Θα είναι η προσπάθεια να ξανασχεδιαστεί ολόκληρος ο ενεργειακός και εμπορικός χάρτης της Μέσης Ανατολής, έτσι ώστε το «όπλο» του Ορμούζ να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά με την ίδια αποτελεσματικότητα.