Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Αρχισυντάκτης & Εκδότης – Diethni.gr
Η στροφή και το ηγετικό προφίλ του Pedro Sánchez τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, με την Ισπανία να επιχειρεί να τοποθετηθεί ως μια από τις βασικές φωνές πολιτικής και ηθικής παρέμβασης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του, ειδικά σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, έχουν εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για την υπεράσπιση των Παλαιστινίων και την έντονη κριτική προς το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Μαδρίτη εμφανίζεται ως μία από τις πιο αιχμηρές φωνές εντός της Ένωσης απέναντι στην ισραηλινή πολιτική, επιχειρώντας παράλληλα να ενδύσει αυτή τη στάση με έναν ιδεολογικό χαρακτήρα που βασίζεται στον σοσιαλισμό, τον ανθρωπισμό και την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.
Η εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει η ισπανική ηγεσία είναι αυτή ενός ευρωπαϊκού πόλου που διαφοροποιείται από την παραδοσιακή ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον, προβάλλοντας έναν πιο «ανεξάρτητο» και ηθικά ευαισθητοποιημένο ρόλο στη διεθνή σκηνή. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά τη συνοχή και την αξιοπιστία αυτής της πολιτικής: πρόκειται για μια συνεπή στάση αρχών ή για μια επιλεκτική χρήση του διεθνούς δικαίου;
Η απάντηση γίνεται πιο σύνθετη όταν εξετάσει κανείς τις σχέσεις της Ισπανίας με την Τουρκία. Σε επίπεδο άμυνας και βιομηχανικής συνεργασίας, η Μαδρίτη αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς εταίρους της Άγκυρας, ιδιαίτερα στον τομέα της ναυπηγικής και της ενίσχυσης του τουρκικού πολεμικού ναυτικού. Η παράδοση του ελικοπτεροφόρου TCG Anadolu δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική συμφωνία, αλλά μια στρατηγική κίνηση που μεταβάλλει ουσιαστικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες της Τουρκίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων από θαλάσσιες πλατφόρμες και την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η συζήτηση για νέα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως μεγάλα πολεμικά πλοία και ενδεχομένως αεροπλανοφόρο, ενισχύει περαιτέρω αυτή τη στρατηγική σύμπλευση.
Η συνεργασία αυτή συχνά εντάσσεται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, γεγονός που προσφέρει ένα θεσμικό επιχείρημα για τη νομιμοποίησή της. Ωστόσο, η ουσία της αντίφασης παραμένει. Η Ισπανία, η οποία εμφανίζεται ως ένθερμος υποστηρικτής του διεθνούς δικαίου στη Μέση Ανατολή, συνεργάζεται στενά με μια χώρα που διατηρεί στρατιωτική παρουσία και παράνομη κατοχή, σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ , την Κύπρο εδώ και δεκαετίες, ενω αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα άλλου κράτους μέλους της ΕΕ ,της Ελλάδας και συνεχίζει να ακολουθεί μια αναθεωρητική πολιτική στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου. Η επιλεκτική εφαρμογή των αρχών γίνεται εδώ ιδιαίτερα εμφανής, καθώς το διεθνές δίκαιο φαίνεται να αποκτά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το γεωπολιτικό πλαίσιο και τις στρατηγικές προτεραιότητες.
Την ίδια στιγμή, η στάση της Ισπανίας απέναντι στο ΝΑΤΟ και στις στρατιωτικές επιλογές της Δύσης ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό υπό συνθήκες γεωπολιτικής ασφάλειας. Η Μαδρίτη έχει επιλέξει να διατηρεί αποστάσεις από ορισμένες επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και να προβάλλει μια πιο αντιπολεμική ρητορική, η οποία συχνά παρουσιάζεται ως ιδεολογική επιλογή υπέρ της ειρήνης και του ανθρωπισμού. Ωστόσο, η γεωγραφική πραγματικότητα της Ισπανίας παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσέγγιση.
Βρισκόμενη στην Ιβηρική χερσόνησο, η Ισπανία δεν αντιμετωπίζει άμεσες απειλές για την εθνική της ασφάλεια. Συνορεύει με την Πορτογαλία, μια σταθερή και φιλική χώρα, ενώ διατηρεί στενές σχέσεις με τη Γαλλία, μία από τις βασικές στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Η γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με την απουσία άμεσων απειλών, της επιτρέπει να υιοθετεί μια πιο «άνετη» στάση απέναντι σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, χωρίς το άμεσο κόστος που αντιμετωπίζουν άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ή της Ανατολικής Ευρώπης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπολεμική ρητορική της Ισπανίας μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως ιδεολογική επιλογή, αλλά και ως προϊόν ενός ευνοϊκού γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Η δυνατότητα να δίνεται έμφαση σε κοινωνικές δαπάνες αντί για αμυντικούς εξοπλισμούς δεν αποτελεί απαραίτητα απόδειξη ηθικής ανωτερότητας, αλλά σε μεγάλο βαθμό αντανάκλαση της απουσίας άμεσης απειλής.
Η επίκληση του ανθρωπισμού και του διεθνούς δικαίου από την ισπανική ηγεσία δεν είναι αβάσιμη όμως, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνοδεύονται από πραγματικές ανθρώπινες τραγωδίες. Ωστόσο, η αξιοπιστία μιας τέτοιας πολιτικής εξαρτάται από τη συνέπειά της. Όταν μια χώρα επιλέγει να αναδεικνύει συγκεκριμένες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει άλλες που αφορούν εταίρους με τους οποίους διατηρεί στρατηγικές σχέσεις, τότε η πολιτική αυτή παύει να είναι καθολική και μετατρέπεται σε εργαλείο επιλεκτικής εφαρμογής.
Η περίπτωση της Ισπανίας καταδεικνύει μια διαχρονική πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων. Οι αρχές και οι αξίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής ρητορικής, όμως στην πράξη συνυπάρχουν και συχνά υποχωρούν μπροστά στα εθνικά συμφέροντα. Η επίκληση του ανθρωπισμού και του διεθνούς δικαίου παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο πολιτικής επιρροής, αλλά όταν εφαρμόζεται επιλεκτικά, κινδυνεύει να απολέσει την αξιοπιστία της και να εκληφθεί όχι ως καθολική ηθική στάση, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επιδίωξης.









