Η Ουάσιγκτον πλησιάζει την απόφαση – Το Ιράν και ο πόλεμος που μπορεί να μην τελειώσει γρήγορα

Σχετικά Άρθρα

Φωτογραφία αρχείου. Πηγή: Shutterstock
Φωτογραφία αρχείου. Πηγή: Shutterstock
Απόψεις / ΑναλύσειςΑναλύσεις Συντακτών

Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr

Το ενδεχόμενο αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος κατά του Ιράν για πολλούς αναλυτές θεωρείται πλέον σχεδόν προδιαγεγραμμένο, ενώ σύμφωνα με διπλωματικές πηγές στην Ουάσιγκτον η απόφαση ενδέχεται να έχει ήδη ληφθεί και να αφορά χρονικό ορίζοντα ημερών και όχι μηνών.

Τα δεδομένα που διαμορφώνονται αυτή τη στιγμή στο πεδίο συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό τόσο με τις εκτιμήσεις στρατιωτικών ειδικών όσο και με τις διαρροές από αμερικανικούς κυβερνητικούς κύκλους. Η συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην Ευρώπη και τη Νοτιοανατολική Ασία, είναι πρωτοφανής για περίοδο ειρήνης.

Από τις αρχές του έτους έχει πραγματοποιηθεί μια υπερσυγκέντρωση δυνάμεων που θυμίζει τη στρατιωτική προπαρασκευή των ΗΠΑ πριν τις εισβολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο ακόμη και τότε δεν είχε παρατηρηθεί τόσο εκτεταμένη παρουσία στρατηγικών βομβαρδιστικών σε βάσεις εκτός Μέσης Ανατολής, ικανών να εκτελέσουν συνεχείς κύκλους προσβολών μεγάλης ακτίνας. Αυτό υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον δεν σχεδιάζει ένα απλό «χειρουργικό» πλήγμα, αλλά επιχειρησιακή δυνατότητα επαναλαμβανόμενων επιθέσεων σε βάθος χρόνου.

Η σημερινή ανάπτυξη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων εμπλέκει 9 από τις 11 διοικήσεις μάχης των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της καθοριστικής για τη Μέση Ανατολή CENTCOM. Παράλληλα έχουν κινητοποιηθεί ναυτικές δυνάμεις από τρεις από τους επτά στόλους του αμερικανικού ναυτικού — τον 5ο, τον 6ο και τον 7ο στόλο — γεγονός που πρακτικά σημαίνει δυνατότητα ταυτόχρονης επιχειρησιακής δράσης από τη Μεσόγειο έως τον Ινδο-Ειρηνικό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μαζική μεταστάθμευση αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων σε χώρες του Κόλπου. Η ανάπτυξη THAAD, η ενίσχυση των Patriot και κυρίως η μεταφορά μεγάλων αποθεμάτων πυραύλων αναχαίτισης δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν προετοιμάζονται απλώς για επίθεση, αλλά για απορρόφηση αντιποίνων. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον αναμένει ιρανική απάντηση μεγάλης κλίμακας και προετοιμάζεται για αυτή.

Ο επίσημος στόχος θα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Ο πραγματικός στόχος όμως είναι διαφορετικός. Μια περιορισμένη επιχείρηση κατά εγκαταστάσεων εμπλουτισμού ουρανίου δεν απαιτεί τέτοιας κλίμακας ανάπτυξη δυνάμεων. Η συγκέντρωση αυτή παραπέμπει περισσότερο σε επιχείρηση αποδόμησης της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν: καταστροφή αεράμυνας, ναυτικών βάσεων, πυραυλικών αποθηκών, δικτύων διοίκησης και εγκαταστάσεων των Φρουρών της Επανάστασης.

Στην πράξη, στόχος δεν θα είναι μόνο η καθυστέρηση του πυρηνικού προγράμματος αλλά η στρατηγική επαναφορά ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αφαιρέσει από την Τεχεράνη την ικανότητα να απειλεί τις θαλάσσιες οδούς ενέργειας και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.

Το Ιράν εμφανίζεται αποδυναμωμένο κυρίως στο επίπεδο στρατηγικής ηγεσίας. Οι στοχευμένες επιχειρήσεις των τελευταίων ετών έχουν πλήξει τον πυρήνα της στρατιωτικής του σκέψης.

Το σημείο καμπής ήταν η δολοφονία του στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020, του ανθρώπου που σχεδίασε την περιφερειακή στρατηγική της Τεχεράνης. Ήταν ο συντονιστής των πολιτοφυλακών στο Ιράκ, της Χεζμπολάχ στον Λίβανο και των Χούθι στην Υεμένη και ο βασικός οργανωτής του δικτύου αποτροπής έναντι του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Μετά τον θάνατό του το Ιράν έχασε συνοχή στη διοίκηση των proxies του.

Ωστόσο η εικόνα πλήρους αποδυνάμωσης είναι λανθασμένη. Το καθεστώς παραμένει θεσμικά ανθεκτικό, με ισχυρούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και υψηλή ικανότητα κινητοποίησης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ιρανική στρατηγική δεν βασίζεται στην επικράτηση σε συμβατικό πόλεμο αλλά στην αποτροπή μέσω κόστους.

Το Ιράν δεν μπορεί να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κλασική στρατιωτική αναμέτρηση. Μπορεί όμως να καταστήσει τη νίκη τους πολιτικά ασύμφορη.

Διαθέτει μεγάλο οπλοστάσιο βαλλιστικών και cruise πυραύλων, drones και δίκτυο ένοπλων συμμάχων στην περιοχή. Μπορεί να πλήξει βάσεις στον Κόλπο, να επιτεθεί σε ναυτικές μονάδες, να στοχοποιήσει ενεργειακές εγκαταστάσεις και να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και περιορισμένες επιτυχίες θα είχαν δυσανάλογο πολιτικό και οικονομικό αποτέλεσμα διεθνώς, ιδίως στην αγορά πετρελαίου.

Αν το καθεστώς εκτιμήσει ότι απειλείται η επιβίωσή του, ενδέχεται να επιλέξει στρατηγική κλιμάκωσης αντί υποχώρησης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η σύγκρουση δεν θα περιοριστεί στο Ιράν αλλά θα επεκταθεί μέσω πολλαπλών μετώπων σε Λίβανο, Ιράκ, Υεμένη και πιθανώς στη ναυτιλία της Ερυθράς Θάλασσας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο και μπορούν να επιφέρουν καταστροφικά πλήγματα στο Ιράν. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορούν να νικήσουν σε μια σύγκρουση. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να νικήσουν γρήγορα.

Μια παρατεταμένη αεροναυτική και περιορισμένη χερσαία σύγκρουση, χωρίς άμεση αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, θα οδηγούσε σε έναν πόλεμο φθοράς με τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος. Σε ένα περιβάλλον ήδη έντονων εσωτερικών διχασμών στις ΗΠΑ, μια μακρά σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποδειχθεί στρατηγικά βαρύτερη από οποιαδήποτε στρατιωτική ήττα.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να ξεκινήσει τον πόλεμο. Δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει και να τον τελειώσει με τους δικούς της όρους.

Θ.Π.