Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr
Η Ελλάδα και το Ισραήλ δεν είναι απλώς δύο χώρες που συμπίπτουν γεωγραφικά στην ίδια γειτονιά. Είναι δύο ιστορικά έθνη με σπάνια συνέχεια, βαθιές ρίζες και μια κοινή μοίρα, που τα έκανε σε διαφορετικές ιστορικές εποχές να σταθούν απέναντι στην απειλή του αφανισμού, στην καταπίεση, στην εξορία, αλλά και στο διαρκές ερώτημα της επιβίωσης σε μια περιοχή όπου η ισχύς συχνά προηγείται του δικαίου. Σήμερα, σε έναν κόσμο που επιστρέφει ολοένα πιο έντονα στη λογική της σκληρής ισχύος, η ασφάλεια ξαναγίνεται η κεντρική πολιτική προτεραιότητα και η σταθερότητα παύει να θεωρείται δεδομένη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα καλείται να επαναπροσδιορίσει τα πραγματικά θεμέλια της εθνικής στρατηγικής της, να εγκαταλείψει παλιές βεβαιότητες και να ενισχύσει τις συμμαχίες που έχουν ουσία και βάθος. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ δεν αποτελεί μια απλή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά μια αναγκαιότητα εθνικής ασφάλειας.
Οι δύο λαοί έχουν περισσότερα κοινά από ό,τι συχνά παραδέχεται ο δημόσιος διάλογος. Πρόκειται για δύο έθνη με αρχαία καταγωγή και αδιάλειπτη παρουσία στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου επί χιλιάδες χρόνια. Είναι δύο ιστορικές κοινωνίες που έζησαν περιόδους ακμής αλλά και σκληρές δοκιμασίες, γνώρισαν διωγμούς, γενοκτονίες, μαζικές σφαγές, εξαναγκαστικούς ξεριζωμούς και τραύματα τα οποία δεν είναι απλώς κεφάλαια της ιστορίας αλλά ζωντανές μνήμες. Πολλές φορές στην ιστορία τους βρέθηκαν να εκδιώκονται από την πατρογονική τους γη, γεγονός που δημιούργησε ισχυρές διασπορές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Έλληνες και Εβραίοι έδρασαν επί αιώνες εκτός συνόρων, επηρεάζοντας μεγάλα οικονομικά και πολιτικά κέντρα, κρατώντας ταυτόχρονα ισχυρή εθνική συνείδηση. Και οι δύο λαοί, επιπλέον, κέρδισαν την ελευθερία τους με βαρύ φόρο αίματος, εναντίον υπέρτερων αντιπάλων, συχνά κόντρα στα πολιτικά συστήματα της εποχής. Αυτά τα χαρακτηριστικά δημιουργούν μια σπάνια στρατηγική συγγένεια: κοινή νοοτροπία επιβίωσης, κοινή κατανόηση των κινδύνων και –το σημαντικότερο– κοινή αντίληψη του τι σημαίνει να στηρίζεσαι πρωτίστως στις δικές σου δυνάμεις.
Όμως η ιστορία από μόνη της δεν αρκεί για να θεμελιώσει μια συμμαχία στον 21ο αιώνα. Αυτό που καθιστά τις σχέσεις Ελλάδας–Ισραήλ κρίσιμες είναι η ίδια η γεωπολιτική πραγματικότητα. Πέρα από τις πολιτισμικές ομοιότητες και τα κοινά στοιχεία στην κοινωνία και στη βαθιά ιστορική μνήμη, οι δύο χώρες σήμερα αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις ασφαλείας. Το Ισραήλ οφείλει την επιβίωσή του στο γεγονός ότι από την πρώτη ημέρα της σύστασής του είναι αναγκασμένο να λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς απειλής. Βρέθηκε επανειλημμένα αντιμέτωπο με υπέρτερους αντιπάλους και με αναθεωρητικούς δρώντες που δεν επιδίωκαν απλώς εδαφικά κέρδη αλλά την ίδια την καταστροφή του εβραϊκού κράτους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ισραήλ διαμόρφωσε ένα μοντέλο εθνικής ασφάλειας που δεν περιορίζεται στη στρατιωτική ισχύ, αλλά αγκαλιάζει την κοινωνία, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και τη διπλωματία. Δημιούργησε μια κουλτούρα όπου η επιβίωση δεν θεωρείται υπόθεση μόνο της κυβέρνησης ή των ενόπλων δυνάμεων, αλλά συλλογική ευθύνη. Είναι ένα κράτος που έμαθε να προβλέπει, να προετοιμάζεται και να αποτρέπει.
Η Ελλάδα, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, αντιμετωπίζει μια δομική αναθεωρητική απειλή, η οποία δεν είναι συγκυριακή ούτε περιορίζεται σε ρητορική ένταση. Η Τουρκία έχει υιοθετήσει έναν αναθεωρητικό σχεδιασμό που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διεθνείς συνθήκες και ισορροπίες δεκαετιών. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιχειρεί να λειτουργήσει ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη επιβολής, όχι απλώς απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο αλλά σε ολόκληρο το γεωπολιτικό σύστημα της Ανατολικής Μεσογείου. Και όσο η Τουρκία διευρύνει την παρουσία της στρατιωτικά και πολιτικά σε Συρία, Λιβύη, Καύκασο και Βαλκάνια, τόσο γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια απειλή η οποία δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα, αλλά διαμορφώνει ευρύτερη αποσταθεροποίηση. Το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό την καθιστά πλέον παράγοντα αστάθειας και για το Ισραήλ, το οποίο παρακολουθεί την τουρκική επιρροή να επεκτείνεται με τρόπο που μεταβάλλει τις ισορροπίες στην περιοχή.
Σε αυτό το σημείο, η σχέση Ελλάδας–Ισραήλ αποκτά στρατηγικό βάθος. Δεν είναι «φιλία» ούτε απλή συνεργασία. Είναι μια σχέση που στηρίζεται στην κοινή αναγκαιότητα αποτροπής. Και η αποτροπή δεν χτίζεται με δηλώσεις. Χτίζεται με τεχνολογία, κοινό επιχειρησιακό δόγμα, κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών, συστήματα άμυνας, κυβερνοασφάλεια, εκπαίδευση και συνεχή αναβάθμιση. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική σχέση είναι υπαρξιακό πλεονέκτημα για την Ελλάδα: επειδή επιτρέπει στη χώρα να περάσει από το επίπεδο της τυπικής συμμαχίας στο επίπεδο της πραγματικής αποτρεπτικής ισχύος.
Το κρισιμότερο όμως είναι κάτι άλλο: αυτή η στρατηγική σχέση δεν ενισχύει μόνο την άμυνα της Ελλάδας. «Ξεκλειδώνει» την εξωτερική της πολιτική στον νέο πολυπολικό κόσμο. Σε μια εποχή όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορεί να αποδυναμωθούν, να χάσουν συνοχή ή ακόμη και να εισέλθουν σε περίοδο βαθιάς κρίσης αποτελεσματικότητας, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι θα υπάρχει πάντοτε ένας σταθερός μηχανισμός συλλογικής προστασίας που θα λειτουργήσει αυτόματα όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή. Σήμερα υπάρχουν οι θεσμοί, αλλά αύριο μπορεί να μην έχουν την ίδια ισχύ, την ίδια συνοχή ή την ίδια πολιτική βούληση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τον δυτικό της προσανατολισμό. Σημαίνει ότι πρέπει να χτίσει συμπληρωματικά στρατηγικές σχέσεις που της δίνουν βάθος ισχύος και αυτονομία κινήσεων. Και εδώ ακριβώς μπαίνει το Ισραήλ ως γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής.
Την ίδια στιγμή, η νέα πολυπολική εποχή επιβάλλει η Ελλάδα να κινείται με ρεαλισμό και ευελιξία απέναντι σε έναν κόσμο όπου τα κέντρα ισχύος δεν είναι ένα. Η Ελλάδα, ως χώρα στρατηγικού χώρου, πρέπει να μπορεί να διαβάζει σωστά τους συσχετισμούς, να διατηρεί δίαυλους, να χτίζει επιρροή και να μη λειτουργεί μονοδιάστατα. Για να μπορεί όμως μια χώρα να έχει πολυδιάστατη πολιτική, πρέπει να έχει ισχυρό πυρήνα ασφάλειας. Και αυτός ο πυρήνας, για την Ελλάδα, δεν μπορεί να είναι μόνο θεσμικός και τυπικός. Πρέπει να είναι πραγματικός και αποτρεπτικός.
Αυτό ακριβώς προσφέρει η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ: έναν αποτρεπτικό πυλώνα που αυξάνει δραματικά το γεωπολιτικό κεφάλαιο της Ελλάδας. Μια χώρα που είναι στρατιωτικά ισχυρή, τεχνολογικά αναβαθμισμένη και δεμένη με έναν τέτοιο σύμμαχο στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτά άλλον ρόλο. Αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, μεγαλύτερη δυνατότητα να χαράξει πολιτική χωρίς φόβο και χωρίς τον μόνιμο κίνδυνο εκβιασμού. Με αυτή τη βάση, η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει μια πραγματικά πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική στον νέο πολυπολικό κόσμο: σταθερά στον δυτικό προσανατολισμό, αλλά με αυτονομία, με στρατηγικό βάθος και με ισχυρή περιφερειακή θέση.
Το συμπέρασμα είναι ένα: η Ελλάδα χρειάζεται άμεσα ένα νέο δόγμα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής που να ανταποκρίνεται στο περιβάλλον της εποχής. Η στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ είναι το κλειδί αυτού του δόγματος, διότι χτίζει αποτροπή, ενισχύει την τεχνολογική και επιχειρησιακή ισχύ και ταυτόχρονα «ξεκλειδώνει» την πολυδιάστατη παρουσία της Ελλάδας σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες ισχύος αλλάζουν. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όποιος δεν έχει αποτροπή και συμμαχίες ουσίας, θα είναι αντικείμενο πίεσης. Όποιος όμως καταφέρει να χτίσει στρατηγικούς άξονες, μπορεί όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά να αναβαθμιστεί. Και αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα της Ελλάδας στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Θ.Π.








