Σε μια τοποθέτηση με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε να πλέκει το εγκώμιο του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αποκαλώντας τον «σπουδαίο ηγέτη», «πολύ ισχυρό άνθρωπο» και έναν από τους βασικούς πυλώνες του NATO, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο αμερικανικών κινήσεων που θα ικανοποιήσουν την Άγκυρα ενόψει της Συνόδου Κορυφής της Συμμαχίας στην Τουρκία.
Οι δηλώσεις έγιναν κατά τη διάρκεια κοινών δηλώσεων του Τραμπ με τον Γενικό Γραμματέα του NATO Μαρκ Ρούτε στο Οβάλ Γραφείο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στο εσωτερικό της Συμμαχίας δοκιμάζονται από τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, αλλά και από τις αυξανόμενες εντάσεις ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και ορισμένους Ευρωπαίους συμμάχους. Ο Αμερικανός πρόεδρος στάθηκε ιδιαίτερα στη στάση της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της κρίσης με το Ιράν, λέγοντας ότι ο Ερντογάν θα μπορούσε να είχε αποτελέσει έναν από τους βασικούς περιφερειακούς παίκτες που θα εμπλέκονταν στη σύγκρουση, ακόμη και στο πλευρό της Τεχεράνης, δεδομένης της γνωστής αντιπαράθεσής του με το Ισραήλ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο τον Τραμπ, αυτό δεν συνέβη επειδή ο ίδιος παρενέβη προσωπικά.
«Μου αρέσει ο Ερντογάν. Έμεινε έξω από τον πόλεμο. Ήταν βασικός υποψήφιος για να μπει στον πόλεμο με το Ιράν, ίσως και στο πλευρό του Ιράν, επειδή δεν είναι μεγάλος φίλος του Ισραήλ. Του ζήτησα να μείνει έξω και έμεινε έξω», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, σε μια αποστροφή που έχει ξεχωριστή σημασία, καθώς δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος θεωρεί πως η Άγκυρα είχε τη δυνατότητα να περιπλέξει ακόμη περισσότερο το ήδη εκρηκτικό σκηνικό στη Μέση Ανατολή, αλλά τελικά επέλεξε τη στρατηγική αυτοσυγκράτηση.
Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε μόνο στην αποτίμηση του ρόλου της Τουρκίας στο μέτωπο του Ιράν, αλλά πέρασε και σε μια συνολικότερη πολιτική αποθέωση του Τούρκου προέδρου. «Ο Ερντογάν είναι σπουδαίος ηγέτης, πολύ ισχυρό πρόσωπο. Του ζήτησα να μείνει εκτός και το έκανε», είπε, επαναλαμβάνοντας με σαφήνεια ότι θεωρεί τον Τούρκο πρόεδρο συνομιλητή με βαρύτητα, ικανό να επηρεάζει τις περιφερειακές εξελίξεις. Η δημόσια αυτή στήριξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή έρχεται σε μια περίοδο όπου η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο της ως ταυτόχρονα περιφερειακή δύναμη, μουσουλμανική χώρα με επιρροή στη Μέση Ανατολή και κρίσιμος παίκτης στο NATO.
Το πιο πολιτικά φορτισμένο σημείο των δηλώσεων Τραμπ αφορούσε το ενδεχόμενο αμερικανικής κίνησης που θα μπορούσε να ικανοποιήσει την Τουρκία στο πεδίο της άμυνας, με φόντο τα σενάρια για τα F-35. Όταν ρωτήθηκε εάν σκοπεύει να μεταβεί στην Τουρκία για τη Σύνοδο Κορυφής του NATO φέρνοντας μαζί του ένα «μεγάλο δώρο» για τον Ερντογάν – με σαφή υπαινιγμό για τα μαχητικά F-35 – ο Τραμπ απάντησε με τρόπο που μόνο αδιάφορος δεν μπορεί να θεωρηθεί: «Είναι ισχυρό μέλος του NATO. Πιθανότατα θα κάνω κάτι που θα τον κάνει πολύ χαρούμενο».
Η φράση αυτή αναμένεται να πυροδοτήσει νέα συζήτηση για το ενδεχόμενο αμερικανικής αναθέρμανσης των αμυντικών σχέσεων με την Άγκυρα, παρά το βαθύ ρήγμα που είχε προκαλέσει στο παρελθόν η αγορά των ρωσικών S-400 και ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να αναδείξει και τη στρατιωτική βαρύτητα της Τουρκίας μέσα στη Συμμαχία, επιχειρώντας να υπενθυμίσει ότι η Άγκυρα παραμένει ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς παίκτες στο NATO.
«Ο κόσμος δεν ξέρει πόσο μεγάλη είναι η Τουρκία από στρατιωτικής άποψης. Είναι πολύ ισχυρός στρατός. Έχουν πολύ αμερικανικό εξοπλισμό. Πολύ ισχυρός στρατός», είπε ο Τραμπ, σε μια αποστροφή που δεν περνά απαρατήρητη, καθώς ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως στρατηγικού εταίρου που η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει, ειδικά σε μια περίοδο που το NATO επαναξιολογεί τη συνολική του στάση από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή.
Οι τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου δεν αποτελούν απλώς προσωπικές φιλοφρονήσεις προς τον Ερντογάν, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό μήνυμα: ότι η Ουάσινγκτον, παρά τις κατά καιρούς τριβές με την Άγκυρα, εξακολουθεί να βλέπει την Τουρκία ως κρίσιμο στρατηγικό παίκτη, τόσο στο εσωτερικό της Συμμαχίας όσο και στο ευρύτερο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας. Το γεγονός ότι ο Τραμπ επέλεξε να συνδέσει δημοσίως τη στάση της Άγκυρας στον πόλεμο με το Ιράν με ένα πιθανό μελλοντικό αμερικανικό «δώρο» προς τον Ερντογάν, προσδίδει στις δηλώσεις του χαρακτήρα πολιτικού σήματος ενόψει της επόμενης φάσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.








