Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr
Η πρόσφατη κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να προχωρήσουν σε αιφνιδιαστική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα αναδεικνύει, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη των τελευταίων ετών, την εντυπωσιακή αλλά και αποφασιστική ικανότητα της Ουάσιγκτον να παρεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη και να επιβάλλει, με χειρουργική ακρίβεια, ένα νέο status quo.
Πρόκειται για μια ενέργεια που υπενθυμίζει ότι, παρά τις συζητήσεις περί πολυπολικότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η μοναδική χώρα με τέτοιο βάθος γεωπολιτικής, στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος, ώστε να μπορεί να υλοποιεί επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους, σε τόσο μεγάλη απόσταση από την επικράτειά της και με τόσο άμεσα αποτελέσματα. Η αμερικανική ισχύς εξακολουθεί να συνιστά ένα ιστορικά μοναδικό φαινόμενο, καθιστώντας τις ΗΠΑ τη μεγαλύτερη στρατιωτική υπερδύναμη που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης.
Ωστόσο, η επέμβαση των επίλεκτων αμερικανικών δυνάμεων στο Καράκας και η σύλληψη του εκλεγμένου –έστω και με αμφιλεγόμενες διαδικασίες– προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, δεν συνιστά απλώς μια επίδειξη ωμής ισχύος προς τη διεθνή κοινότητα. Αντιθέτως, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι βρισκόμαστε πλέον στην αυγή μιας νέας εποχής στις διεθνείς σχέσεις.
Μιας εποχής όπου το Διεθνές Δίκαιο, ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και το σύνολο των πολυμερών διεθνών δομών που συγκρότησαν τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, παύουν να λειτουργούν ως ουσιαστικά αναχώματα. Οι μηχανισμοί παγκόσμιας συνεννόησης, όπως διαμορφώθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχουν καταστεί πλέον de facto παρωχημένοι.
Ο νέος χάρτης των διεθνών σχέσεων δεν ορίζεται πλέον από κανόνες, αλλά από το «δίκαιο της ισχύος». Σε αυτό το αναδυόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, ο ισχυρός έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τη βούλησή του χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς. Μπορεί κυριολεκτικά να αφαιρέσει έναν ηγέτη από το κρεβάτι του, εφόσον αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά του ή αποτελεί τροχοπέδη σε ευρύτερους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς σχεδιασμούς.
Αυτή ακριβώς υπήρξε και η μοίρα του Νικολάς Μαδούρο. Ένας ηγέτης αμφιλεγόμενος, διάδοχος της Βενεζουέλας του Ούγκο Τσάβες, ο οποίος είχε προχωρήσει σε ουσιαστικές τομές στη δημόσια διοίκηση, είχε περιορίσει –έστω και μερικώς– τη διαφθορά και είχε αξιοποιήσει τα έσοδα από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων για εκτεταμένα στεγαστικά και κοινωνικά προγράμματα. Οι πολιτικές αυτές αναβάθμισαν σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα των Βενεζουελάνων, προσδίδοντάς του χαρακτηριστικά λαϊκού ήρωα.
Ο Μαδούρο, ωστόσο, αποδείχθηκε γρήγορα κατώτερος των προσδοκιών. Έχασε τον κεντρικό έλεγχο που είχε επιβάλει ο προκάτοχός του, η διαφθορά επανήλθε με μεγαλύτερη ένταση, ενώ το λαθρεμπόριο του ορυκτού πλούτου της χώρας απέκτησε χαρακτηριστικά μαζικότητας. Παράλληλα, το Καράκας εξελίχθηκε σε βασικό διαμετακομιστικό κόμβο σκληρών ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική με τελικό προορισμό την αμερικανική αγορά.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε σταδιακή αποδόμηση της οικονομίας της Βενεζουέλας. Ο πληθωρισμός έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η αγοραστική δύναμη των πολιτών κατέρρευσε και η καθημερινότητα έγινε εξαιρετικά ζοφερή. Παρ’ όλα αυτά, στον νέο κόσμο της γεωπολιτικής επικράτησης των ισχυρών, τα εσωτερικά προβλήματα ενός κράτους δεν επαρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν μια στρατιωτική επέμβαση τέτοιου μεγέθους.
Η Βενεζουέλα, όμως, διαθέτει ένα κρίσιμο και καθοριστικό χαρακτηριστικό: βρίσκεται πάνω στα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα αργού πετρελαίου παγκοσμίως. Στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, κατά μήκος των ακτών της Καραϊβικής, εκτείνεται μια τεράστια γεωλογική λεκάνη με δυνητικά δισεκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου. Πρόκειται για «βαρύ» αργό πετρέλαιο, με υψηλή περιεκτικότητα σε θείο, γεγονός που καθιστά τη διύλισή του απαιτητική και κοστοβόρα. Ωστόσο, οι σύγχρονες τεχνολογίες έχουν καταστήσει την εκμετάλλευσή του οικονομικά βιώσιμη.
Η γεωγραφική αυτή πραγματικότητα καθόρισε και τη γεωπολιτική μοίρα της χώρας, ιδιαίτερα σε μια εποχή επιστροφής στο «δίκαιο του ισχυρού». Η Βενεζουέλα βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ανανεωμένης εφαρμογής του Δόγματος Μονρόε από τον Λευκό Οίκο, το οποίο ιστορικά προτάσσει την αμερικανική παρεμβατικότητα στο δυτικό ημισφαίριο, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, όπως στο παρελθόν η ανατροπή του Σαλβαδόρ Αλιέντε και η εγκαθίδρυση της χούντας του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή.
Ως κράτος-μέλος του ΟΠΕΚ και ως χώρα με τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα αργού παγκοσμίως, η Βενεζουέλα αποτελεί κορυφαίο προμηθευτή πετρελαίου για τα ενεργοβόρα κινεζικά εργοστάσια βαριάς βιομηχανίας. Μαζί με το Ιράν και τη Ρωσία, συνιστά βασικό πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας της Κίνας.
Στο νέο περιβάλλον της αγοράς που διαμορφώσαν οι δυτικές κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο, η ενεργειακή αυτονόμηση των ΗΠΑ και οι πιέσεις της Ουάσιγκτον προς χώρες του Κόλπου, η Κίνα εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τρεις βασικούς προμηθευτές αργού: Ρωσία, Ιράν και Βενεζουέλα. Η διατάραξη της πολιτικής ισορροπίας σε έναν από αυτούς τους πυλώνες ανοίγει το «κουτί της Πανδώρας» για το Πεκίνο.
Ο γεωοικονομικός στόχος των ΗΠΑ είναι σαφής: ο έλεγχος της παραγωγής και των αποθεμάτων της Βενεζουέλας, ώστε να σφίξει η «ενεργειακή μέγγενη» γύρω από την Κίνα. Εάν αυτή η στρατηγική συνδυαστεί με πιθανή αλλαγή ηγεσίας στο Ιράν, η Ρωσία θα παραμείνει ο μοναδικός αξιόπιστος προμηθευτής αργού για το Πεκίνο.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο γεωπολιτικό σχέδιο της διοίκησης Τραμπ για τον περιορισμό της Κίνας και της μετάπτωσης από το δόγμα της λεγόμενης διπλής ανάσχεσης στο δόγμα της ανάσχεσης της λεγόμενης «κινέζικης απειλής».
Παράλληλα το «τερατώδες» εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας των 1,25 τρισ. δολαρίων το 2025 κατέστη σαφές σήμα κινδύνου για την Ουάσιγκτον, ενώ το Πεκίνο ασκεί πλέον επιθετική και πολυδιάστατη εμπορική πολιτική, ενισχύοντας τη soft power και τα κρατικά του έσοδα. Τα κινεζικά προϊόντα έχουν καταστεί ποιοτικά και άκρως ανταγωνιστικά, γεγονός που προκαλεί έντονη ανησυχία στη Δύση για τον έλεγχο των εμπορικών ηνίων της επόμενης δεκαετίας. Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία όμως προκαλεί στον Λευκό Οίκο ο σχεδιασμός του Πεκίνου για διοχέτευση αυτού του πλούτου στη περαιτέρω ανάπτυξη της στρατιωτικής και διαστημικής του τεχνολογίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η επέμβαση στη Βενεζουέλα εντάσσεται σε ένα αμερικανικό σχέδιο ενεργειακού στραγγαλισμού της Κίνας, με στόχο τη μείωση της βιομηχανικής της παραγωγής, των εξαγωγών και των εσόδων που στηρίζουν τη στρατιωτική της ισχύ. Η στρατηγική αυτή ενδέχεται να κορυφωθεί έως το 2027, με πιθανή μετάβαση από οικονομικές πιέσεις σε εντονότερη διπλωματική και ενδεχομένως έμμεση στρατιωτική αντιπαράθεση, ενώ μια μελλοντική παρέμβαση στο Ιράν των ΗΠΑ με παρόμοια χαρακτηριστικά και με στόχο επίσης την αλλαγή ηγεσίας, δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί. Η Βενεζουέλα δεν είναι το τέλος μιας κρίσης, αλλά η αρχή μιας στρατηγικής σύγκρουσης όπου η ενέργεια μετατρέπεται στο βασικό όπλο της παγκόσμιας ισχύος.
Θ.Π.








