Το τέλος των εγγυήσεων: Βενεζουέλα, αναθεωρητισμός και το νέο ρίσκο στο Αιγαίο

Σχετικά Άρθρα

Φωτογραφία αρχείου – Πηγή: Shutterstock
Φωτογραφία αρχείου – Πηγή: Shutterstock
Απόψεις / ΑναλύσειςΑναλύσεις ΣυντακτώνΗΠΑ

Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr

Η επιστροφή του «δικαίου της ισχύος» και το ερώτημα της αποτροπής στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο

Η πρόσφατη επέμβαση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του προέδρου της χώρας μέσα στη νύχτα, με άμεση μεταγωγή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνιστά ένα κομβικό γεγονός που επαναχαράσσει τις σταθερές του διεθνούς συστήματος. Τα απόνερα αυτής της κίνησης δεν περιορίζονται στη Λατινική Αμερική· διαχέονται στο σύνολο του διεθνούς περιβάλλοντος ασφάλειας και φτάνουν μέχρι τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, δείχνουν πλέον να μετακινούνται ανοιχτά προς μια ρεαλιστική, μονομερή αντίληψη ισχύος, υποβαθμίζοντας τους κανόνες και τις πολυμερείς δομές του διεθνούς δικαίου που οι ίδιες οικοδόμησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ουάσιγκτον φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη ότι το υφιστάμενο διεθνές νομικό πλαίσιο εξυπηρετεί πλέον περισσότερο τους στρατηγικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ παρά την ίδια την υπερδύναμη.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίπτωση της Βενεζουέλας δεν επιχειρήθηκε ούτε καν προσχηματική διεθνής νομιμοποίηση. Σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν η αμερικανική εξωτερική πολιτική στόχευε στη δημιουργία νέων γεωπολιτικών ισορροπιών, υπήρχε –έστω τυπικά– αναζήτηση κάλυψης μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ή έμμεση δράση μέσω μυστικών υπηρεσιών. Σήμερα, αυτή η «πολυτέλεια» φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί. Η ισχύς αρκεί από μόνη της.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο: τη ρωγμή στο ίδιο το οικοδόμημα των μεταπολεμικών διεθνών σχέσεων. Το κράτος που επί δεκαετίες προέβαλλε τον ρόλο του παγκόσμιου εγγυητή της διεθνούς νομιμότητας δείχνει πλέον να λειτουργεί χωρίς αναστολές, επαναφέροντας μια λογική που παραπέμπει στην προ-1914 εποχή, όπου το δίκαιο των ισχυρών επιβαλλόταν απροκάλυπτα στους αδύναμους.

Η αμερικανική αυτή στροφή δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, παράγει επικίνδυνα προηγούμενα για περιοχές όπου δρουν αναθεωρητικές δυνάμεις. Το Αιγαίο και η Νοτιοανατολική Μεσόγειος αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η Ελλάδα συνορεύει με μια Τουρκία που, από το 1974 και μετά, έχει υιοθετήσει σταθερά αναθεωρητική στρατηγική, τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και μέσω ενεργειών επί του πεδίου. Παρά τις κατά καιρούς κινήσεις αποκλιμάκωσης και τις δηλώσεις καλής θέλησης, η Τουρκία παραμένει δομική απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια.

Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη και θεωρεί την Ελλάδα –αλλά και το Ισραήλ– εμπόδιο στην υλοποίηση της αυτοπροσδιοριζόμενης γεωπολιτικής της «μοίρας». Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των υφιστάμενων ισορροπιών δεν αποτελεί ατύχημα ή παρορμητική συμπεριφορά· είναι στρατηγική επιλογή.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ, που δείχνουν αδιαφορία για το διεθνές δίκαιο, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής θάρρους για αναθεωρητικούς δρώντες. Όταν η υπερδύναμη δείχνει ότι ο νόμος είναι εργαλείο και όχι κανόνας, οι περιφερειακές δυνάμεις αισθάνονται ότι αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο δράσης.

Η Ελλάδα ιστορικά αντιμετώπισε τον τουρκικό αναθεωρητισμό με δύο συμπληρωματικούς άξονες.

Ο πρώτος είναι η στρατιωτική αποτροπή. Η χώρα ακολουθεί τη λογική του «σκαντζόχοιρου», διατηρώντας αναλογικά από τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συνεχής ετοιμότητα και η παρουσία στο πεδίο στέλνουν σαφές μήνυμα ότι οποιαδήποτε στρατιωτική περιπέτεια θα είχε δυσανάλογα υψηλό κόστος για την Άγκυρα.

Ο δεύτερος είναι η διπλωματική αποτροπή. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, καθώς και η διαχρονική της εικόνα ως πυλώνα σταθερότητας στη ΝΑ Μεσόγειο, λειτουργούσαν ως παράγοντας εξισορρόπησης.

Για δεκαετίες, στους αμερικανικούς μηχανισμούς χάραξης πολιτικής, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αντιμετωπίζονταν ως ενιαίο γεωπολιτικό σύστημα, με την Ελλάδα και την Τουρκία να θεωρούνται «πακέτο». Πρωταρχικός στόχος των ΗΠΑ ήταν η σταθερότητα, ώστε να διασφαλίζεται η συνοχή του ΝΑΤΟ και ο στρατηγικός του προσανατολισμός.

Όταν η Τουρκία γινόταν «ζωηρή» στο Αιγαίο, το σενάριο ήταν προβλέψιμο: ελληνική επίδειξη στρατιωτικής ετοιμότητας, δημόσια αποφασιστικότητα και –αν χρειαζόταν– παρέμβαση της Ουάσιγκτον ως τελικού εγγυητή. Αυτός ο μηχανισμός, άτυπος αλλά αποτελεσματικός, συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της ειρήνης.

Σήμερα, όμως, αυτός ο μηχανισμός δείχνει να αποδυναμώνεται. Η νέα αμερικανική στρατηγική αφήγηση υποδηλώνει αποστασιοποίηση από την Ευρώπη, ενώ το μέλλον του ΝΑΤΟ –τουλάχιστον με τη μορφή της αμερικανικής ηγεμονίας– καθίσταται αβέβαιο.

Ταυτόχρονα, η υποχώρηση του διεθνούς δικαίου ως δεσμευτικού κανόνα ενισχύει εκείνους που πιστεύουν ότι η ισχύς αρκεί για να επιβάλει τετελεσμένα.

Η Ελλάδα ορθά ενίσχυσε την αποτρεπτική της ισχύ και οικοδόμησε στρατηγικές συμμαχίες, όπως η τριμερής συνεργασία με το Ισραήλ. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αμείλικτο:

Αν ένα βράδυ το Αιγαίο ξαναγίνει «ζωηρό» και οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται πλέον για τη σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ποιος θα είναι εκείνος που θα τραβήξει το αυτί της Άγκυρας;

Σαν αποτέλεσμα, η υπόθεση της Βενεζουέλας δεν είναι ένα μακρινό επεισόδιο. Είναι μήνυμα. Και το μήνυμα είναι σαφές: το διεθνές σύστημα αλλάζει, οι κανόνες χαλαρώνουν και οι ισορροπίες δοκιμάζονται. Για την Ελλάδα, η σταθερότητα στο Αιγαίο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη ούτε να επαφίεται σε έναν και μόνο εγγυητή. Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς προηγείται του δικαίου, η αποτροπή καθίσταται υπαρξιακή ανάγκη — όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και διπλωματικά. Αυτό προϋποθέτει μια πιο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, ικανή να ενεργοποιεί περισσότερους πόλους ισχύος και να διασφαλίζει ότι, όταν και αν απαιτηθεί, δεν θα υπάρχει μόνο μία φωνή που θα «τραβά το αυτί» της Άγκυρας. Σε έναν κόσμο που επιστρέφει στο δίκαιο της ισχύος, η πολυδιάστατη διπλωματική και στρατιωτική αποτροπή δεν είναι επιλογή, είναι μονόδρομος.