Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Αρχισυντάκτης & Εκδότης – Diethni.gr
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπαίνει πλέον στην τέταρτη εβδομάδα του και απομένουν μόλις λίγες ημέρες πριν συμπληρωθεί ημερολογιακά ένας μήνας από το πρωινό της 28ης Φεβρουαρίου, όταν οι ΗΠΑ, σε συντονισμό με το Ισραήλ, εξαπέλυσαν μεγάλες επιθέσεις και βομβαρδισμούς στο Ιράν. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, οι επιχειρήσεις αυτές οδήγησαν στην εξουδετέρωση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη της χώρας, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και αρκετών κορυφαίων στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών του ιρανικού συστήματος εξουσίας.
Οι γρήγορες αυτές στρατιωτικές επιτυχίες Αμερικανών και Ισραηλινών στο πεδίο έδωσαν ώθηση στην πεποίθηση του Λευκού Οίκου ότι ο αρχικός σχεδιασμός μπορούσε να αποδώσει. Με βάση και τις πολύ μεγάλες αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις που είχαν προηγηθεί το προηγούμενο διάστημα στο Ιράν, φαίνεται ότι στην Ουάσιγκτον είχε εδραιωθεί η εκτίμηση πως καταιγιστικοί βομβαρδισμοί ολίγων ημερών σε κέντρα λήψης αποφάσεων, σε δομές των Φρουρών της Επανάστασης και σε κομβικές πόλεις του Ιράν, σε συνδυασμό με την εξουδετέρωση της ηγετικής κορυφής του καθεστώτος από τις συντονισμένες δυνάμεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, θα ήταν αρκετοί ώστε να βγάλουν ξανά τους Ιρανούς στους δρόμους και να πυροδοτήσουν νέο κύμα πίεσης για αλλαγή ηγεσίας.
Παρά ταύτα, το θεοκρατικό καθεστώς στην Τεχεράνη φαίνεται πως ήταν πολύ πιο προετοιμασμένο ακριβώς για αυτό το σενάριο. Σε πρώτο χρόνο, είχε ήδη διασπείρει σε διαφορετικά, λιγότερο γνωστά στους Αμερικανούς και στους Ισραηλινούς σημεία αυτοκινούμενους εκτοξευτές cruise πυραύλων, βαλλιστικών πυραύλων και drones, αναγκάζοντας έτσι τις αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις να χαρτογραφούν διαρκώς νέες περιοχές εκτόξευσης στην ιρανική επικράτεια.
Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η ιρανική ηγεσία φαίνεται πως φρόντισε να εφαρμόσει ένα σοβιετικής έμπνευσης δόγμα τύπου «νεκρού χεριού» στην αλυσίδα διοίκησης. Για πρώτη φορά, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες μέχρι πρότινος λειτουργούσαν με ένα αυστηρό σχήμα πυραμίδας, όπου όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν κεντρικά, φέρεται να άλλαξαν δομή, μεταβιβάζοντας κρίσιμες οδηγίες και πρωτόκολλα απάντησης σε κατά τόπους διοικητές πυραυλικών συστοιχιών. Προφανώς, με βάση την ταχύτητα, τη συνοχή και τον συντονισμό της ιρανικής απάντησης, είναι εμφανές ότι οι εντολές και τα πρωτόκολλα ήταν ήδη γνωστά και οι στόχοι προεπιλεγμένοι, σε περίπτωση που εξουδετερωνόταν η ενιαία ανώτατη ηγεσία του Ιράν, όπως και φέρεται να συνέβη όταν ενεργοποιήθηκαν συντονισμένα οι βαλλιστικές δυνάμεις της Τεχεράνης.
Η συγκεκριμένη κίνηση αποδείχθηκε κομβική. Και αυτό διότι επέτρεψε στους Ιρανούς όχι απλώς να απαντήσουν στα πρώτα χτυπήματα, αλλά να συνεχίσουν να απαντούν ακόμη και σχεδόν έναν μήνα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, με βαλλιστικούς πυραύλους και drones σε όλη την περιοχή του Κόλπου και στο Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι έχουν προηγηθεί δεκάδες χιλιάδες βομβαρδισμοί στην ιρανική επικράτεια.
Ακριβώς αυτό το δεδομένο είναι και εκείνο που δεν επιτρέπει να διαμορφωθεί εύκολα ένα περιβάλλον ειρήνης στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι δημοσίως ο πρόεδρος Τραμπ δείχνει να κάνει κινήσεις προς μια συμφωνία με την ιρανική πλευρά και να θέλει να απεμπλακεί από τη συγκεκριμένη σύγκρουση, η πραγματικότητα φαίνεται πολύ πιο περίπλοκη, πιο βαριά και πολύ πιο ασταθής.
Σε πρώτο επίπεδο, η ικανότητα του Ιράν να απορροφά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα και να ανταποδίδει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και η δυνητική δυνατότητα της Τεχεράνης να μπορεί να απειλεί με βαλλιστικούς πυραύλους βάσεις των ΗΠΑ χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ακόμη και σε περιοχές όπως η βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον νότιο Ινδικό Ωκεανό, δείχνουν ότι οι πυραυλικές δυνατότητες των Ιρανών έχουν πολύ μεγαλύτερο βάθος από ό,τι αρχικά πίστευαν οι αναλυτές της Ουάσιγκτον.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των πυραυλικών απειλών στο Ιράκ το 2003 και της «Καταιγίδας της Ερήμου» το 1990-1991, όταν με το άνοιγμα των πολεμικών επιχειρήσεων εξουδετερώθηκαν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τα ραντάρ, οι αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες και σημαντικό μέρος των συστοιχιών των σοβιετικής προέλευσης βαλλιστικών πυραύλων Scud που διέθετε τότε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, απειλώντας το Ισραήλ και τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, η εικόνα είναι σαφώς διαφορετική. Το Ιράν δείχνει να απορροφά το μαζικό αεροπορικό πλήγμα, να εξακολουθεί να απαντά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και να αυξάνει την ένταση της απάντησής του.
Το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης δεν δείχνει να κλονίζεται εσωτερικά, μεταβάλλει συνολικά την εικόνα της σύγκρουσης. Επίσης, η δυνατότητα του Ιράν να απειλεί επί της ουσίας τη διεθνή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ προσθέτει μια ακόμη πιο κρίσιμη διάσταση στην κρίση. Αν ληφθούν υπόψη και οι δημόσιοι στόχοι που έχει θέσει η αμερικανική ηγεσία διά στόματος του προέδρου των ΗΠΑ, αλλά και η διαπίστωση ότι η ανθεκτικότητα του καθεστώτος, και κυρίως το πυραυλικό βάθος του οπλοστασίου της Τεχεράνης, έχουν θορυβήσει και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, τότε γίνεται κατανοητό γιατί το σενάριο μιας ευρύτερης κλιμάκωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ και η στάση των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου. Οι ίδιες αυτές μοναρχίες, οι οποίες πριν από λίγους μήνες θα θεωρούσαν σχεδόν αδιανόητο το ενδεχόμενο μιας χερσαίας εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράν, ενδέχεται πλέον να βλέπουν διαφορετικά το ζήτημα, ακριβώς λόγω της επιμονής και της αντοχής που επιδεικνύει η Τεχεράνη. Παρότι οι μοναρχίες του Κόλπου έχουν μέχρι στιγμής σχεδόν αποκρούσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα χτυπήματα που δέχονται από την ιρανική πλευρά ή τους περιφερειακούς της βραχίονες, η ανησυχία για τις πραγματικές δυνατότητες της Τεχεράνης παραμένει έντονη.
Όλα αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με τις ισχυρές πιέσεις φιλοϊσραηλινών κέντρων επιρροής στην Ουάσιγκτον, τις δημόσιες δεσμεύσεις του Αμερικανού προέδρου για αλλαγή ηγεσίας στο Ιράν, την πιθανή μεταβολή στάσης των μοναρχιών του Κόλπου και τις σαφείς αλλαγές στο πεδίο με τις πολύ μεγάλες κινήσεις και μετατάξεις αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων και πεζοναυτών στην περιοχή, δεν προϊδεάζουν για αποκλιμάκωση. Αντιθέτως, δείχνουν ότι είναι απολύτως πιθανή μια περαιτέρω όξυνση, με μια περιορισμένη χερσαία επέμβαση των ΗΠΑ να μην μπορεί πλέον να αποκλειστεί, ακόμη και αν υπάρξει μια προσωρινή ανακωχή, σύμφωνα και με τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου.
Μια πιθανή ανακωχή, υπό αυτό το πρίσμα, δεν θα συνιστούσε κατ’ ανάγκην πραγματική ειρήνη, αλλά ίσως απλώς μια αντίστροφη μέτρηση για τον επόμενο πόλεμο στην περιοχή. Έναν πόλεμο στον οποίο θα εμπλέκονταν εκ νέου οι Αμερικανοί, οι Ισραηλινοί και ενδεχομένως και οι μοναρχίες του Κόλπου, εφόσον η σημερινή σύγκρουση δεν οδηγήσει σε καθαρή στρατηγική κατάληξη.
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν οι Αμερικανοί θα πραγματοποιήσουν τελικά χερσαία εισβολή στο Ιράν — κάτι που στο συγκεκριμένο αναλυτικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν δεδομένο, είτε τώρα είτε λίγο αργότερα. Το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν η βαθιά διχασμένη και πολωμένη αμερικανική κοινωνία, μέσα σε ένα περιβάλλον κοινωνικής έντασης, πολιτικής βίας και εσωτερικής κόπωσης, μπορεί να επιδείξει την ανθεκτικότητα και την ενότητα που θα απαιτούσε ένας τόσο μεγάλος πόλεμος, ειδικά όταν αυτός θα αρχίσει να φέρνει φέρετρα πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μια κρίσιμη διαφορά με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τότε, οι ΗΠΑ ήταν ακόμη σοκαρισμένες από την 11η Σεπτεμβρίου και η αμερικανική κοινωνία ζητούσε την τιμωρία των ενόχων και των υπευθύνων, ακόμη και αν αυτό σήμαινε την εισβολή σε ολόκληρες χώρες. Επιπλέον, οι στρατιωτικές δυνατότητες των αντιπάλων της εποχής δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να συγκριθούν με εκείνες του σημερινού Ιράν, ενώ οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ακόμη μέσα σε ένα σαφώς πιο μονοπολικό διεθνές περιβάλλον.
Σήμερα, το ερώτημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Τι θα φέρει μια τέτοια επιχείρηση στο ήδη πολωμένο εσωτερικό κλίμα των ΗΠΑ; Πόσο μπορεί να αντέξει πολιτικά και κοινωνικά η Ουάσιγκτον μια παρατεταμένη εμπλοκή; Και τι μπορεί να πράξει το Ισραήλ σε περίπτωση που μια χερσαία εισβολή δεν καταφέρει να θέσει υπό αμερικανοϊσραηλινό έλεγχο τα πάνω από 400 κιλά μερικώς εμπλουτισμένου ουρανίου που φημολογείται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στο ιρανικό οπλοστάσιο; Ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα κλιμάκωσης από την ισραηλινή πλευρά σε ένα τέτοιο σενάριο;
Η ουσία είναι ότι, με βάση αυτά τα δεδομένα, η ειρήνη στη Μέση Ανατολή δεν φαίνεται να βρίσκεται προ των πυλών. Αντιθέτως, η περιοχή μοιάζει να κινείται πάνω σε ένα εξαιρετικά λεπτό νήμα, όπου μια προσωρινή παύση πυρός μπορεί να λειτουργήσει όχι ως λύση, αλλά ως ενδιάμεση φάση πριν από μια ακόμη μεγαλύτερη αναμέτρηση. Και σε μια τέτοια περίπτωση, οι αλυσιδωτές αντιδράσεις δεν θα περιοριστούν στο Ιράν και στο Ισραήλ, αλλά θα αγγίξουν ολόκληρο τον Κόλπο, τις αμερικανικές στρατιωτικές παρουσίες στην ευρύτερη περιοχή, τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και τελικά την ίδια τη συνοχή του διεθνούς συστήματος.
Το ζήτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τον ισχυρότερο και επιχειρησιακά ικανότερο στρατό στον κόσμο — αυτό θεωρείται δεδομένο, όπως δεδομένη θεωρείται και η στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ παραμένουν η μοναδική χώρα με τη δυνατότητα διεξαγωγής ταυτόχρονων, υψηλής έντασης στρατιωτικών επιχειρήσεων σε πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων, σε διαφορετικές ηπείρους και σε παγκόσμια κλίμακα, και υπό καθαρά στρατιωτικούς όρους είναι σαφές ότι διαθέτουν την ικανότητα να προκαλέσουν καθοριστικό πλήγμα στο Ιράν.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι στρατιωτικό αλλά πολιτικό. Είναι το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σε αυτή τη φάση την εσωτερική πολιτική συνοχή, την κοινωνική ανθεκτικότητα και τη στρατηγική υπομονή που απαιτεί μια σύγκρουση τέτοιου μεγέθους και διάρκειας. Με άλλα λόγια, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να κερδίσουν στρατιωτικά, αλλά πόσο πολιτικά ανθεκτικές μπορούν να παραμείνουν όσο θα εξελίσσεται ένας τέτοιος πόλεμος. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ίσως κριθεί όχι στο πεδίο μάχης αλλά στην αντοχή των πολιτικών συστημάτων που την διεξάγουν.






