Θανάσης Πετράς
Διεθνής Ανταποκριτής
Chief Editor & Publisher – Diethni.gr
Κάθε χρόνο το Νταβός και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ λειτουργεί σαν η καρδιά του δυτικού συστήματος: το σημείο όπου συναντιούνται και ουσιαστικά καθορίζουν την ατζέντα της επόμενης χρονιάς κορυφαίοι πολιτικοί, κορυφαίοι επιχειρηματίες, διευθύνοντες σύμβουλοι πολυεθνικών, τραπεζίτες, τεχνοκράτες, διπλωμάτες – η καπιταλιστική “κρεμ ντε λα κρεμ” του δυτικού κόσμου. Για δεκαετίες, αυτός ο κύκλος ήταν ο φυσικός φορέας της παγκοσμιοποίησης: το πολιτικό και οικονομικό κέντρο βάρους ενός κόσμου που έμαθε να λειτουργεί με ανοιχτές αγορές, διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και το δόγμα ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αποτελούν όχι απλώς το καλύτερο, αλλά το μοναδικό αποτελεσματικό μοντέλο για την ανάπτυξη και το επιχειρείν.
Φέτος, ωστόσο, στο Νταβός υπήρξε ένα στοιχείο που δεν υπήρχε με την ίδια ένταση τα τελευταία χρόνια. Σε πολλά από τα τραπέζια συζητήσεων –είτε δημόσια είτε σε πιο κλειστό επίπεδο– ανάμεσα σε κορυφαίους CEO, υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών και διπλωμάτες, υπήρχε μια έμμεση αλλά ξεκάθαρη κοινή παραδοχή: η δύναμη και η δογματική προσήλωση των επιχειρηματικών ελίτ στο μοντέλο των φιλελεύθερων δημοκρατιών, με βασικό κριτήριο ότι αυτό εξυπηρετεί στο μέγιστο βαθμό τα επιχειρηματικά συμφέροντα, έχει αρχίσει να εξασθενεί. Η αντίληψη πως ο φιλελεύθερος πολιτικός κόσμος –με ελευθερίες, θεσμούς, ανοιχτές κοινωνίες και σχετική απόσυρση του κράτους– αποτελεί τη φυσική προϋπόθεση για οικονομική επιτυχία, δεν διατυπώνεται πια με την ίδια σιγουριά. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι ελίτ έγιναν ξαφνικά “αντι-φιλελεύθερες”, αλλά επειδή το διεθνές κεφάλαιο λειτουργεί με έναν κανόνα που ποτέ δεν ήταν ιδεολογικός: ακολουθεί το αποτέλεσμα.
Ο βασικός καταλύτης αυτής της μεταστροφής είναι το success story της Κίνας. Σαφώς, ο πιο επιτυχημένος “CEO” των τελευταίων τριάντα ετών –αν το δει κανείς με όρους καθαρής απόδοσης, πλούτου και μεγέθους– δεν είναι κάποιος δυτικός μεγιστάνας, αλλά ο εκάστοτε Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Η Κίνα, μέσω μιας πολιτικής μίξης ανάμεσα στο άνοιγμα στην ελεύθερη αγορά και στον κρατικό έλεγχο και παρεμβατισμό σε κρίσιμους τομείς, κατάφερε μέσα σε τρεις δεκαετίες να μετατραπεί από μια σχετικά μικρή αγροτική οικονομία στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, απειλώντας ευθέως ακόμη και την πρωτιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Ταυτόχρονα, κατόρθωσε να βγάλει περίπου μισό δισεκατομμύριο ανθρώπους από τα όρια της φτώχειας. Αυτά τα μεγέθη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν είναι απλώς εντυπωσιακά· είναι ιστορικά πρωτοφανή. Και γι’ αυτό λειτουργούν σαν “σοκ” για τις επιχειρηματικές ελίτ, ειδικά στις ΗΠΑ, που αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι το αποτέλεσμα δεν είναι μονοπώλιο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η διαπίστωση αυτή κλονίζει ένα κεντρικό δόγμα της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Για χρόνια, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες παρουσιάζονταν ως το φυσικό περιβάλλον της ευημερίας, της καινοτομίας και του κέρδους, σε αντίθεση με το σοσιαλιστικό μοντέλο που βασιζόταν στον σκληρό κρατικό έλεγχο και, όπως έλεγε η δυτική αφήγηση, κατέτρωγε την ιδιωτική πρωτοβουλία. Αυτή η λογική καλλιέργησε στη Δύση μια σχεδόν δογματική προσήλωση στις “αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας” – όχι ως ηθική επιλογή, αλλά ως βεβαιότητα ότι εξυπηρετεί το επιχειρείν καλύτερα απ’ όλα. Όμως η Κίνα έδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος που αποδίδει, και μάλιστα θεαματικά. Και όταν το διεθνές κεφάλαιο βλέπει μια μη δυτική συνταγή να παράγει πλούτο σε ασύλληπτη κλίμακα, αρχίζει να επανεξετάζει ακόμη και τις πιο ιερές του πεποιθήσεις.
Αυτή η μετατόπιση συνδέεται άμεσα και με το τέλος της παγκοσμιοποίησης όπως την ξέραμε. Το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σταδιακά από την globalisation στη regionalisation: από την ιδέα μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς σε έναν κόσμο περιφερειακών μπλοκ, περιφερειακών αλυσίδων παραγωγής και εφοδιασμού. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική αλλαγή εμπορικής πολιτικής, είναι αλλαγή εποχής. Το διεθνές κεφάλαιο βλέπει ότι ο κόσμος της παγκόσμιας ελεύθερης διασύνδεσης δεν είναι πλέον τόσο ασφαλής, τόσο αποδοτικός και τόσο προβλέψιμος. Προχωρά πλέον προς πιο ελεγχόμενα, πιο κοντινά, πιο πολιτικά ασφαλή οικοσυστήματα παραγωγής και εμπορίου. Και εδώ επανέρχεται ως κεντρικός παράγοντας ο ρόλος του κράτους.
Η πίστη στην περίφημη αυτορρύθμιση της αγοράς –το βασικό αφήγημα πίσω από τη δαιμονοποίηση του κρατικού παρεμβατισμού– είχε ήδη δεχθεί πλήγμα από το 2008. Η πτώση της Lehman Brothers και η χρηματοπιστωτική κατάρρευση που ακολούθησε έδειξαν ότι το “αόρατο χέρι” του Adam Smith δεν εγγυάται σταθερότητα, ότι η φιλελεύθερη προσέγγιση μπορεί να παράγει όχι μόνο ανάπτυξη αλλά και συστημική κρίση, και ότι οι συνέπειες μπορούν να είναι τόσο μεγάλες ώστε να απαιτούν κρατικές διασώσεις και έκτακτες παρεμβάσεις. Οι συστημικές επιπτώσεις εκείνης της περιόδου φαίνονται ακόμη και σήμερα στη δομή του αμερικανικού κράτους, στο πολιτικό κλίμα και στις κοινωνικές εντάσεις, ενώ η εμπιστοσύνη σε ένα “αυτορυθμιζόμενο” σύστημα μειώθηκε.
Την ίδια στιγμή, στην ΕΕ συγκεκριμένα, η σημερινή ηγετική γενιά της έχει ένα δομικό πρόβλημα: ανδρώθηκε πολιτικά μέσα στη Wall Street της δεκαετίας του ’90, στην εποχή που είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, ο καπιταλισμός ήταν “μεθυσμένος”, η Δύση πίστεψε πως ο κόσμος έγινε μονοπολικός και ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες θα επικρατούν για πάντα ως το τελικό μοντέλο. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες –πρόεδροι, πρωθυπουργοί, τεχνοκράτες– ουσιαστικά εκπροσωπούν εκείνη την περίοδο, εκείνη τη γενιά. Όμως ο κόσμος του 2026 δεν είναι ο κόσμος του 1996. Κι αυτό γίνεται εμφανές ακόμη και μέσα στο ίδιο το Νταβός.
Ο κρατικός παρεμβατισμός του Τραμπ στις ΗΠΑ είναι ένα ακόμη παράδειγμα που μπερδεύει τα παραδοσιακά σχήματα. Θεωρητικά, στην πιο καπιταλιστική οικονομία του πλανήτη, οι δασμοί και ο προστατευτισμός θα έπρεπε να θεωρούνται “αντίθετοι” προς τη φιλελεύθερη ορθοδοξία. Όμως στην πράξη, ο κρατικός παρεμβατισμός μέσω δασμών φαίνεται να έχει τονώσει την αμερικανική οικονομία σε πολύ μεγάλο βαθμό, ενώ οι εγχώριοι χρηματιστηριακοί δείκτες καταγράφουν διαδοχικά ρεκόρ. Το μήνυμα που εκπέμπουν οι αγορές είναι σαφές: αγκαλιάζουν πλέον τον κρατικό παρεμβατισμό, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται. Και όταν οι αγορές σε στηρίζουν, η πολιτική σου ισχύς πολλαπλασιάζεται· όταν οι αγορές σε πολεμούν, ο πολιτικός σου βίος γίνεται εξαιρετικά βραχύβιος.
Εδώ φτάνουμε στο πιο κρίσιμο ερώτημα. Το κυρίαρχο αφήγημα λέει ότι οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες απειλούνται από αυταρχικούς ηγέτες και αυταρχικά καθεστώτα. Όμως μήπως η πραγματική απειλή δεν βρίσκεται εκεί; Μήπως ο εχθρός των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών δεν είναι οι “αυταρχικοί”, αλλά η ίδια η αγορά; Μήπως η αγορά, βλέποντας το παράδειγμα της Κίνας και τη λειτουργικότητα του μερικού κρατικού παρεμβατισμού, έχει αρχίσει να θεωρεί τις φιλελεύθερες δημοκρατίες παρωχημένες ως εργαλείο παραγωγής κέρδους; Μήπως το “φιλελεύθερο” έχει μείνει μόνο ως τίτλος στα χαρτιά;
Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα δίνει υλικό σε αυτή την αμφισβήτηση. Σε αρκετές δυτικές ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά στη Βορειοδυτική Ευρώπη, υπάρχουν νομοθεσίες που περιορίζουν ακόμη και ατομικές ελευθερίες, ιδίως στο πεδίο της ελευθερίας έκφρασης και στα social media. Σε άλλες χώρες, η διαφθορά λόγω μη λειτουργίας πραγματικά ανεξάρτητων αρχών έχει θεριέψει σε βαθμό που οι κοινωνίες κυβερνώνται συγκεντρωτικά από μειοψηφικές κυβερνήσεις με πυραμιδικές δομές. Παράλληλα, οι ίδιες οι ευρωπαϊκές επιχειρηματικές ελίτ δεν επιθυμούν την αληθινή αυτορρύθμιση της αγοράς που θα επέτρεπαν οι πραγματικές φιλελεύθερες δημοκρατίες· επιθυμούν περισσότερο μια μορφή καρτελοποίησης, μια “ασφαλή” αγορά όπου οι μεγάλοι παίκτες συνεχίζουν να ελέγχουν το παιχνίδι. Και η διαφθορά των φιλελεύθερων δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων της ΕΕ, σε συνδυασμό με τις στρεβλώσεις της ενιαίας αγοράς, επέτρεψαν αυτή την εξέλιξη.
Επομένως, η μάχη δεν είναι πλέον απλώς ιδεολογική. Είναι δομική και οικονομική. Το διεθνές κεφάλαιο φαίνεται να καταλαβαίνει ότι ένα νέο μοντέλο, με περισσότερη κρατική παρέμβαση, μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα στο νέο κόσμο. Και αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές “επενδύσεις” δεκαετιών στο αφήγημα των liberal democracies –η στήριξη συγκεκριμένων πολιτικών ηγεσιών, η προώθηση συγκεκριμένων δογμάτων– ίσως πλέον δεν αποδίδουν. Οι αγορές δεν επιβραβεύουν πια την ιδεολογική καθαρότητα. Επιβραβεύουν το αποτέλεσμα.
Το Νταβός του 2026, έτσι όπως το κατέγραψαν οι συζητήσεις και οι σιωπηρές παραδοχές της ελίτ, μοιάζει να στέλνει ένα μήνυμα που δύσκολα θα πουν δημόσια: η παγκοσμιοποίηση τελειώνει, η περιφερειοποίηση έρχεται, και ο κρατικός παρεμβατισμός επανέρχεται ως κυρίαρχο εργαλείο. Και μέσα σε αυτή την αλλαγή, η μεγαλύτερη απειλή για τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες μπορεί τελικά να μην είναι κάποιο “αυταρχικό καθεστώς”, αλλά η ίδια η αγορά που κάποτε τις έκανε κυρίαρχες – και σήμερα δείχνει να τις εγκαταλείπει ως ξεπερασμένες και παρωχημένες.
Θ.Π.








